13/10/2009

Ώριμες καταθέσεις

Αν ο δημόσιος χώρος στην Ελλάδα ήταν πεδίο προβληματισμού, αναστοχασμού, συζήτησης –και όχι αρένα άγονων ξιφουλκήσεων και κουτσομπολιού– το μυθιστόρημα του Γκουρογιάννη, "Κόκκινο στην πράσινη γραμμή" (Μεταίχμιο) με θέμα τον «άγνωστο» πόλεμο στην Κύπρο, θα είχε γίνει θέμα ακόμη και στα δελτία ειδήσεων. Άλλωστε, το 2009 ήρθαν στο φως νέα στοιχεία –κι όπως αναμενόταν, επώδυνα– σε σχέση με το ζήτημα των αγνοουμένων· οι ευκαιρίες δεν έλειψαν.

Ο 58χρονος Βασίλης Γκουρογιάννης, δικηγόρος στο επάγγελμα, είχε και σε προηγούμενο μυθιστόρημά του, το «Βέβηλη πτήση» (Μεταίχμιο, 2003), ασχοληθεί με πτυχές των εθνικών θεμάτων, ωστόσο με το «Κόκκινο στην πράσινη γραμμή» αναμετράται μυθοπλαστικά με μια χαίνουσα πληγή, απέναντι στην οποία η ελλαδική κοινωνία, γαλουχημένη στην ευδαιμονική κουλτούρα της Μεταπολίτευσης, αισθάνεται αμηχανία – αν όχι και κάποια δυσφορία. Άλλωστε, το ελλαδικό μιντιακό δόγμα που συνοψιζόταν στη φράση «το κυπριακό δεν πουλάει» τι άλλο μαρτυρούσε παρά αυτή τη διάθεση απώθησης της τραγωδίας, άτακτης φυγής προς τα εμπρός; Για τους Κύπριους βέβαια η «φυγή» δεν ήταν εύκολη υπόθεση, ούτε και για τους επιζήσαντες ελδυκάριους (ΕΔΛΥΚ – Ελληνικές Δυνάμεις Κύπρου). Κι όσο για τους 4.000 νεκρούς μας, ο αριθμός τους λειτουργεί παραλυτικά σήμερα, μια και οι περισσότεροι έχουμε την αίσθηση ότι ο τουρκικός στρατός το καλοκαίρι του 1974 προέλαυνε χωρίς ουσιαστική αντίσταση. (Δυστυχώς, η παρουσία της ΕΛΔΥΚ στην Κύπρο συνδέθηκε περισσότερο με το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και τα όσα ακολούθησαν, παρά με τη, συχνά ηρωική, συμμετοχή των στρατιωτών της στις μάχες…)

Ο Γκουρογιάννης κάνει χρήση ενός έξυπνου ευρήματος, τη διοργάνωση ενός συνεδρίου βετεράνων σήμερα στη μεγαλόνησο, καταφέρνοντας έτσι να «μαζέψει» στον τόπο του δράματος όλες τις πλευρές – ακόμη και τους απαραίτητους εκπροσώπους της σύγχρονης ιστοριογραφίας. Αυτό δίνει πολλαπλές ευκαιρίες στον συγγραφέα να συνδυάζει μαρτυρίες από μάχες και πολεμικά γεγονότα με τη σκιαγράφηση χαρακτήρων – οι περισσότεροι, ακρωτηριασμένοι ψυχικά (συχνά και σωματικά) από τη συμμετοχή τους σε έναν πόλεμο που κανείς δεν θέλει να θυμάται. Ο κεντρικός ήρωας, δικηγόρος και πρόεδρος του μεγαλύτερου συλλόγου ελλαδιτών βετεράνων, είναι ένας έξυπνα σχεδιασμένος χαρακτήρας, που ισορροπεί διαρκώς στην κόψη της ματαίωσης, αφήνοντας σχεδόν μέχρι τέλους ερωτηματικά για διάφορες πτυχές της προσωπικής εμπλοκής του. Εν κατακλείδι: Ένα πλούσιο, τολμηρό, καλά σχεδιασμένο μυθιστόρημα, το οποίο ακόμη κι αν έχει ορισμένα προβλήματα οικονομίας –κακά τα ψέματα, πόσα μυθιστορήματα 450 σελίδων δεν έχουν;–, καταφέρνει να διαπραγματευτεί ζωντανά και πολυεστιακά ένα σχεδόν ανεκμετάλλευτο από την πεζογραφία μας κοίτασμα.

Σε εντελώς άλλο μήκος κύματος η 41χρονη Άντζελα Δημητρακάκη (διδάσκει θεωρία της σύγχρονης τέχνης στο πανεπιστήμιου του Εδιμβούργου), επιχειρεί να φέρει με δραστικό τρόπο στα καθ’ ημάς ποικιλία προβληματισμών από το χώρο της σύγχρονης κριτικής θεωρίας και των πολιτισμικών σπουδών – συνεισφορά που συχνά αντιμετωπίζεται με ανασηκωμένα φρύδια, παρότι είναι κοινή παραδοχή ότι η πεζογραφία στη χώρα μας δεν διαφεύγει συχνά του γενικότερου επαρχιωτισμού που χαρακτηρίζει τα πολιτιστικά μας πράγματα. Η ιστορία της στο "Μέσα σ' ένα κορίτσι σαν κι εσένα" (Εστία) είναι καταρχάς απλή: Η Κατίνα Μελά, γόνος ιδιόρρυθμης ελληνοαμερικανικής οικογένειας και μελετήτρια της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, φτάνει στην Αθήνα τον Σεπτέμβρη του 2006 και προσπαθεί, με όχι ιδιαίτερη επιτυχία, να ενταχθεί στην αθηναϊκή κοινωνία. Παράλληλα, προσπαθεί να βάλει την ζωή της σε μια σειρά, να συμφιλιωθεί με πρόσωπα και καταστάσεις του παρελθόντος, αλλά και με ζητήματα που σχετίζονται με τις ερωτικές της επιλογές, μια και είναι συνειδητοποιημένη λεσβία.

Το βιβλίο της Δημητρακάκη χωρίζεται σε τέσσερα μέρη, που αντιστοιχούν σε τέσσερις διακριτές αφηγηματικές στρατηγικές. Στο πρώτο μέρος, έχουμε σε παράθεση την εξερχόμενη αλληλογραφία (ιμέιλ και επιστολές) της Κατίνας προς διάφορους αποδέκτες, με βασικότερο τον αδελφό της στην Αμερική. Σκέψεις για το παρελθόν, εμπειρίες από την καθημερινότητα, συνδυάζονται με σπαραξικάρδιες εκκλήσεις προς την πρώην σύντροφό της, την Ταμάρα, με την οποία έχει χωρίσει έπειτα από επταετή δεσμό.

Στο δεύτερο μέρος περιλαμβάνονται οι καταγραφές στο ημερολόγιό της. Το στρατήγημα αυτό, η παράθεση δύο διαφορετικών αφηγήσεων πάνω στην ίδια χρονική περίοδο, και μάλιστα από το ίδιο άτομο, παράγει μια εντύπωση διαδοχικών επιστρώσεων της πραγματικότητας που αφήνει πολλαπλές διόδους στον αναγνώστη. Στο τρίτο μέρος διαβάζουμε την εισήγηση της ηρωίδας σε ένα συνέδριο στους Δελφούς με θέμα την ελληνικής καταγωγής ποιήτρια Θαλασσία Ύλη – την οποία έχει μελετήσει πολλαπλώς η Κατίνα. Τέλος, το μυθιστόρημα ολοκληρώνεται με την παράθεση μιας μακροσκελούς συνέντευξης της ποιήτριας, σε μετάφραση της ηρωίδας.

Πολλά και διόλου ευκαταφρόνητα τα επιτεύγματα της Δημητρακάκη – στο πιθανότατα ωριμότερο και πιο οικονομημένο βιβλίο της. Καταρχάς η ηρωίδα της, η Κατίνα Μελά, είναι ένας από τα πιο ενδιαφέροντες, σύγχρονους και ρευστούς χαρακτήρες της πεζογραφίας μας των τελευταίων χρόνων· η επαφή της με την ελληνική πραγματικότητα, με αδιόρατο χιούμορ και γνήσια έκπληξη, δίνει μια εξαιρετικά πρωτότυπη και πέρα από κάθε λογής στερεότυπα εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας. Επίσης: Η πραγμάτευση της ομοφυλοφιλίας της ηρωίδας της, με τον απροκάλυπτο, συχνά ωμό τρόπο με τον οποίο εκφράζεται, δίνει την ευκαιρία στη συγγραφέα να προσεγγίσει σε βάθος το ζήτημα της ταυτότητας, της ξενικότητας, της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης στον σύγχρονο κόσμο, χωρίς να εγκλωβίζεται σε θεωρητικά σχήματα και παγιωμένες αντιλήψεις. Η προσέγγισή της είναι ουσιαστικά ποιητική, ακόμη κι όταν ψελλίζει σκέψεις για τη ασυμβατότητα του πεζού λόγου με τον σύγχρονο κόσμο, και την ίδια στιγμή ειρωνική, αφού το πρόσωπο που την έχει στοιχειώσει είναι ποιήτρια.

Αν υπάρχει ένα σημείο το οποίο θα μπορούσε να γίνει αφετηρία κριτικής κουβέντας, αυτό θα είχε να κάνει με την παντελή έλλειψη θετικού ανδρικού προτύπου στο μυθοπλαστικό σύμπαν του βιβλίου, αφού πλην του βάναυσου πατέρα και του παραβατικού αδελφού, όλα τα υπόλοιπα αρσενικά είναι ομοφυλόφιλοι. Η σαγήνευση της ηρωίδας από το δίπολο κόρης-μάνας μοιάζει στιγμές στιγμές να «καθηλώνει» και την ίδια τη συγγραφέα στους κόλπους ενός σύμπαντος που φαντάζει αυτάρκες και αυτοτροφοδοτούμενο. Μεγάλη και δύσκολη συζήτηση· αναμφίβολα, μια από τις πολλές που θα μπορούσαν να ξεκινήσουν με αφορμή αυτό το άκρως ερεθιστικό μυθιστόρημα.

11/10/2009

Φθινοπωρινή ευφορία


Οι γραμμές αυτές γράφονται με νωπές ακόμη τις πρώτες εντυπώσεις από τη νέα κυβέρνηση, η οποία μας προέκυψε εκτός προγράμματος, όπως γίνονται τα περισσότερα πράγματα σε αυτή τη χώρα. Οι πολίτες ωστόσο έδειξαν ότι δεν προτίθενται πια να σέρνονται αδιαμαρτύρητα σε μικροπολιτικά εκλογικά χάπενινγκ. Και τιμωρούν. Καμιά χώρα, ιδιαίτερα σε περίοδο ειρήνης και σχετικής ευημερίας, δεν αντέχει να βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Κάποια στιγμή, θα πρέπει το λεωφορείο να έρθει στην ώρα του, το σκουπιδιάρικο να μαζέψει τα σκουπίδια, οι εκλογές να γίνονται κάθε τέσσερα χρόνια.

Η πρωτοβουλία του νέου Πρωθυπουργού να προσκαλέσει τον Συνήγορο του Πολίτη στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο μαρτυρά αίσθηση των προτεραιοτήτων, αφού χωρίς διαφάνεια και αποτελεσματικότητα στη δημόσια διοίκηση, καμιά πολιτική, όσο καλών προθέσεων κι αν είναι, δεν πρόκειται να φτάσει στον πολίτη. Ο χρόνος θα δείξει τι απ’ όλα αυτά θα φέρει πραγματικές αλλαγές στην καθημερινότητά μας και, κυρίως, στη νοοτροπία μας. Ωστόσο, πρέπει να παραδεχτούμε ότι είχαμε χρόνια να δούμε σχηματισμό νέας κυβέρνησης να μεταδίδει τέτοια ευφορία σε τόσο πολλά τμήματα της κοινωνίας.

Μες στο καλοκαίρι, περίοδος συμμαζεμάτων και ανακατατάξεων, αποφάσισα να αναδιατάξω τη βιβλιοθήκη μου. Τακτοποιώντας τα ράφια με την «μεταφρασμένη λογοτεχνία», συνειδητοποίησα ότι τα βιβλία των εκδόσεων Καστανιώτη, στη σειρά που επιμελείται ο Ανταίος Χρυσοστομίδης, καταλάμβαναν διακριτό κομμάτι του συνόλου. Αποφάσισα να τα τακτοποιήσω ξεχωριστά, πράγμα ούτως ή άλλως βολικό. Κι έμεινα ενεός με τον όγκο τους. Θα πάρω τον Ανταίο να ρωτήσω πόσα είναι, σκέφτηκα. Οι μέρες πέρασαν, ξεχάστηκα. Σήμερα, στην τύρβη του Σαββάτου, στήθηκα μπροστά τους και τα μέτρησα. Σταμάτησα στο 242, αλλά ο συνολικός αριθμός τους θα είναι σίγουρα πολύ μεγαλύτερος.

Δίδαγμα: Σε πείσμα της νεοελληνικής μιζέριας, κάποιοι άνθρωποι –εκδότης, διευθυντής σειράς, μεταφραστές, επιμελητές, διορθωτές, μακετίστες, σελιδοποιοί, κ.ά.–, έφτιαξαν μέσα σε μία 15ετία περίπου μια ολόκληρη βιβλιοθήκη με σημαντικά έργα, σε προσεγμένες στην πλειονότητά τους μεταφράσεις. Τηρουμένων των αναλογιών, ΔΕΝ είναι οι μόνοι.

Το 2009 είναι έτος Δαρβίνου: 200 χρόνια από τη γέννησή του, 150 από τη δημοσίευση της «Καταγωγής των ειδών». Η διπλή επέτειος συνοδεύτηκε από εντυπωσιακό αριθμό σχετικών εκδόσεων. Στο αφιέρωμά μας προσπαθήσαμε να καλύψουμε τις προβληματικές που συνδέονται με τις ανακαλύψεις του Δαρβίνου. Προδημοσιεύουμε απόσπασμα από το έργο ζωής του ακαδημαϊκού βιολόγου Κώστα Β. Κριμπά «Δαρβινισμός και η ιστορία του ως τις μέρες μας». Ταυτόχρονα, συγκεντρώσαμε τις περισσότερες από τις εκδόσεις για όποιον ενδιαφέρεται να προσεγγίσει τον αστερισμό «Δαρβίνος».

Συμπτώσεις, τυχαία συναπαντήματα, μοιραία γεγονότα στοιχειώνουν τη ζωή μας. Πώς μας επηρεάζουν τα βιβλία; Πού οφείλεται η αίσθηση ότι το μυθιστόρημα που διαβάζουμε σχετίζεται αδιόρατα με σημαντικές διεργασίες στην εσωτερική μας ζωή; Η Σώτη Τριανταφύλλου και η Αμάντα Μιχαλοπούλου συγχρόνισαν τα ασυνείδητά τους στον ρυθμό του Ντοστογιέφσκι και, χωρίς να το γνωρίζουν, επιδόθηκαν σε παράλληλες επεισοδιακές αναγνώσεις του «Έγκλημα και τιμωρία».

Εξάλλου, ο κατεξοχήν εκδότης του Ντοστογιέφσκι στη χώρα μας, ο «Γκοβόστης», αποφάσισε να επενδύσει εκ νέου στον Ρώσο κλασικό, επανεκδίδοντας τα έργα του με νέα προσεγμένα εξώφυλλα. Το πρώτο που έπεσε στα χέρια μας ήταν το «Έγκλημα και τιμωρία». Σύμπτωση;

Η BP φιλοδοξεί να γίνει ένας ζωντανός οργανισμός που θα προωθεί το βιβλίο, την ανάγνωση, ποικίλες πολιτιστικές δράσεις. Σ’ αυτό το φύλλο θα πληροφορηθείτε ορισμένες από αυτές. Συμμετοχή στον πρώτο διαγωνισμό Poetry Slam που διοργανώνεται στην πόλη μας· εκδήλωση για τους μπίτνικ με αφορμή τα 40 χρόνια από τον θάνατο του Κέρουακ· συμμετοχή στις εκδηλώσεις που διοργανώνει ο Διονύσης Σαββόπουλος τον Δεκέμβριο γύρω από τη δεκαετία του ’60. Έπεται συνέχεια…

ΥΓ. Ανάμεσα στο πρώτο φύλλο, αρχές Ιουλίου, και σε τούτο, σχεδόν μέσα Οκτωβρίου, κύλησε καιρός. Στο μεταξύ οργανωθήκαμε, ανασυνταχθήκαμε, ξεκαθαρίσαμε προθέσεις και προτεραιότητες. Πήραμε φόρα. Στα μέσα κάθε μήνα θα είμαστε κοντά σας, με κέφι, φρέσκιες ιδέες, αγάπη για τα βιβλία, σεβασμό στους συγγραφείς, στους εκδότες και, προπάντων, στους αναγνώστες.

26/06/2009

Η Book Press είναι εδώ!


Άρχισε να διανέμεται από σήμερα, Παρασκευή, το πρώτο φύλλο της Book Press, σε βιβλιοπωλεία, καφέ και πολιτιστικούς χώρους.
Ταυτόχρονα, ξεκίνησε τη λειτουργία του το site της εφημερίδας, στη διεύθυνση http://www.bookpress.gr/, όπου μπορεί κανείς να διαβάσει την BP ακριβώς όπως τυπώνεται.
Ο ιστότοπος, από Σεπτέμβρη, θα μετεξελιχθεί σε επικοινωνιακό κόμβο για το βιβλίο, με ειδήσεις, κριτικές, συνεντεύξεις, εκδηλώσεις, κ.ά.


(Το editorial)

Ελάτε να παίξουμε

Η ανάγνωση είναι παιχνίδι. Η γραφή επίσης. Δυο όψεις ενός νομίσματος που αγοράζουμε ακριβά και πουλάμε φτηνά – γιατί όχι και δωρεάν; Εν μέσω κρίσης αποφασίσαμε να ρισκάρουμε φήμη και πελατεία σε ένα νέο free press για το βιβλίο (plus εικαστικά, σινεμά, κ.ά.). Το κλίμα αποδείχτηκε ευνοϊκότερο απ’ ό,τι περιμέναμε.
Εντάξει, θα το κάναμε ούτως ή άλλως: Από κεκτημένη ταχύτητα, από πείσμα, από πίστη, από απόθεμα ενέργειας... Ωστόσο, σου δίνει φτερά να ακούς τους αναγνώστες στους οποίους απευθύνεσαι, καθώς και τους ανθρώπους της αγοράς στην οποία απευθύνεσαι (κοινό μυστικό: τα free press επιβιώνουν από τη διαφήμιση) να σε ενθαρρύνουν εμπράκτως.
Η ανάγνωση είναι ελεύθερος, προσωπικός χρόνος, ένα δώρο προς τον εαυτό μας. Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε κάποια στιγμή στη ζωή μας συνεπαρθεί από ένα βιβλίο ιστορίας, έχουμε αισθανθεί τις βεβαιότητές μας να τρίζουν από ένα καλό δοκίμιο, νιώσαμε την ανατρεπτική και παρηγορητική δύναμη της μεγάλης αφήγησης. Την παραμυθία της. Άλλος για να ξεχαστεί, άλλος για να θυμηθεί. Άλλος και για τα δυο ταυτοχρόνως.
Με δυο λόγια: Φιλοδοξία μας –πέρα από την αυτονόητη, δηλαδή να αρέσουμε σ’ εσάς που αγαπάτε τα βιβλία, που γνωρίζετε τις κατά μόνας ηδονές της ανάγνωσης–, είναι να απευθυνθούμε σε αυτούς, κυρίως νεότερους, που μας κοιτάνε στραβά. Δύσπιστα. Που τους έχουν πει και συνεχίζουν να τους λένε με κάθε τρόπο ότι η ανάγνωση βιβλίων είναι σκέτη βαρεμάρα. Και να τους πούμε: Παιδιά, σας έχουν κοροϊδέψει. Δεν ξέρετε τι χάνετε! Εκεί έξω, στα μικρά, μεγάλα ή ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία, υπάρχει ένα βιβλίο που μπορεί να σας αλλάξει τη ζωή, κι άλλα χίλια που μπορούν να σας την κάνουν καλύτερη.
Το βιβλίο είναι παιχνίδι. Ελάτε να παίξουμε.
κ. κ.


ΥΓ. Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Το πρώτο φύλλο της Book Press είναι εδώ. Από φθινόπωρο θα είμαστε κοντά σας σε τακτική βάση, κάθε ιδέα καλοδεχούμενη.

06/06/2009

"BOOK PRESS", το νέο free press για το βιβλίο

Ένα νέο free press για το βιβλίο θα είναι σύντομα κοντά σας. Η BOOK PRESS θα διανέμεται δωρεάν και φιλοδοξούμε γρήγορα να την καταστήσουμε σημείο αναφοράς στο χώρο μας, τόσο τον έντυπο όσο και τον ηλεκτρονικό.
Απευθύνεται σε ένα ευρύτερο, ανήσυχο κοινό, που αναζητά νέους τρόπους επικοινωνίας, και το οποίο δεν καλύπτεται ή δεν εκφράζεται από τα παραδοσιακά βιβλιολογικά έντυπα.
Αν και σχεδιάστηκε και θα γράφεται από επαγγελματίες του χώρου του βιβλίου (συγγραφείς κατά κύριο λόγο, αλλά και δημοσιογράφους), βασική μας στόχευση είναι η κινητοποίηση μιας κατά το δυνατόν μεγαλύτερης κοινότητας ανθρώπων, αναδεικνύοντας την παιγνιώδη φύση του βιβλίου και της ανάγνωσης.
Βασικοί συντελεστές της νέας αυτής προσπάθειας είναι η Σώτη Τριανταφύλλου, ο creative director του νέου Ελεύθερου Τύπου, ο Σπύρος Πολυκανδριώτης, καθώς και ο στενός μου συνεργάτης και πανεπιστημιακός Σωτήρης Βανδώρος, ο οποίος εξαρχής με ενθάρρυνε σε αυτό το εγχείρημα.
Άλλοι συνεργάτες, σε λίγο πολύ τυχαία σειρά, είναι οι Φοίβος Καρζής (δημοσιογράφος), Αμάντα Μιχαλοπούλου (συγγραφέας, δημοσιογράφος), Ελένη Κορόβηλα (δημοσιογράφος), Νίκος Παναγιωτόπουλος (συγγραφέας, σεναριογράφος), Έφη Ξένου (σκιτσογράφος, πορτρετίστας), Αρετή Νταραδήμου (δημοσιογράφος), Χάρης Βλαβιανός (ποιητής, εκδότης), Χρήστος Χρυσόπουλος (συγγραφέας), Άντζελα Δημητρακάκη (συγγραφέας, πανεπιστημιακός), Δήμητρα Κολλιάκου (συγγραφέας, πανεπιστημιακός), Αναστασία Καμβύση (δημοσιογράφος), Σάκης Σερέφας (συγγραφέας), Νίκος Κουνενής (συγγραφέας), Σταμάτης Δαγδελένης (συγγραφέας), Κωστής Σταφυλάκης (θεωρητικός τέχνης, επιμελητής), Κωστής Παπαδημητρίου (δημοσιογράφος), Κωνσταντίνος Τζαμιώτης (συγγραφέας), Λίλα Κονομάρα (συγγραφέας), Γιώργος Τσακνιάς (μεταφραστής), Δημήτρης Αθηνάκης (ποιητής, μεταφραστής), Καμίλο Νόλλας (φωτογράφος), κ.ά.



ΤΙΡΑΖ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΗ

Η BOOK PRESS θα τυπώνεται σε 40.000 φύλλα.
Θα διανέμεται δωρεάν την πρώτη Δευτέρα κάθε μήνα στα βιβλιοπωλεία και τα πολυκαταστήματα που πουλούν βιβλία στην Ελλάδα.
Επίσης, θα διανέμεται στο μετρό, σε επιλεγμένα καφέ, θέατρα, κινηματογράφους, χώρους σημαντικών πολιτιστικών γεγονότων ή δράσεων (Φεστιβάλ Αθηνών, Μπιενάλε, Ίδρυμα ΔΕΣΤΕ, κ.ά).
Η διανομή θα συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια του μήνα, με σκοπό το έντυπο να είναι διαρκώς παρών στα σημαντικότερα σημεία.

ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

Ταυτόχρονα με την 1η κιόλας έκδοσή μας, στα τέλη Ιούνη, θα υπάρχει ενεργοποιημένη η ιστοσελίδα μας στη διεύθυνση www.bookpress.gr, όπου και θα μπορεί κανείς να διατρέξει και να διαβάσει, δωρεάν βεβαίως, σε μορφή pdf, τις σελίδες της BOOK PRESS όπως ακριβώς θα είναι στην έντυπη έκδοση.
Από τον Σεπτέμβρη του 2009, η παρουσία μας στο διαδίκτυο θα αναβαθμιστεί σημαντικά, με καθημερινή παρακολούθηση των γεγονότων στο χώρο του βιβλίου (νέες εκδόσεις, εκδηλώσεις, νέα του χώρου, μετεγγραφές, στατιστικά, κ.ά.) και συνεχή ροή κειμένων με βιβλιοπαρουσιάσεις, συνεντεύξεις, κριτικές για νέους και παλιότερους τίτλους.
Ξεκινάμε.

29/05/2009

Όλοι στο "Από Μηχανής Θέατρο"

■ Το βραβείο Man Booker International, που δίνεται για τρίτη φορά, κέρδισε η καναδέζα Άλις Μούνρο για τη συνολική προσφορά της στη λογοτεχνία. Το βραβείο απονέμεται κάθε δύο χρόνια σε έναν συγγραφέα εν ζωή που εκδίδει τα έργα του στην αγγλική γλώσσα. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το βιβλίο της «Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει» από το «Μεταίχμιο».
■ Μας ήρθε η εξής ανακοίνωση: «Μετά το βίαιο γεγονός της φίμωσης της παράστασης του έργου του Μισέλ Φάις «Το κίτρινο σκυλί» και του βανδαλισμού του «Από Μηχανής Θεάτρου» στις 10 Μαΐου, οι συντελεστές γνωστοποιούν ότι θα πραγματοποιηθούν τρεις συνολικά παραστάσεις: Κυριακή 31 Μαΐου (10.15 μ.μ.), Δευτέρα 1 και Τρίτη 2 Ιουνίου (9.00 μ.μ.).«
■ »[…] τα έσοδα των δύο παραστάσεων (31/5 και 2/6) θα κατατεθούν στον λογαριασμό της Κωνσταντίνας Κούνεβα, ενώ η τρίτη παράσταση (1/6) θα αποτελέσει ανοιχτή πρόσκληση στον κόσμο του πολιτισμού που, εδώ και μέρες, υπερασπίζεται έμπρακτα και ενεργά το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης.»

26/05/2009

Νίκος Κουνενής, "Ο μύθος του Ηρακλή Σπίλου"

Όταν ο τηλεοπτικός μεγαλοδημοσιο-γράφος Ηρακλής Γαρουφαλλίδης πέφτει νεκρός από σφαίρα στο κέντρο της πόλης, κανείς δεν εξεπλάγη πραγματικά, παρά το απρόσμενο του γεγονότος. Έχοντας καλλιεργήσει για πολλά χρόνια επιμελώς του προφίλ του μάχιμου και αποκαλυπτικού ρεπόρτερ, ο Δημοσιογράφος είχε κάνει πράγματι κάμποσους εχθρούς, τους οποίους ωστόσο, όταν περνούσε η όξυνση, φρόντιζε να κατευνάζει μέσα από τις εκπομπές του. Τούτη τη φορά ωστόσο κάτι είχε ξεφύγει από τον έλεγχό του, και μάλιστα οριστικά, και το ερώτημα πλανιόταν για μέρες πάνω από την μολυσμένη ατμόσφαιρα της Ακρονησίας; Ποιος είναι ο δολοφόνος του Ηρακλή Γαρουφαλλίδη;
Την εξιχνίαση αυτής της –φαινομενικά μονάχα δύσκολης, όπως αποδεικνύεται– υπόθεσης καλείται να φέρει σε πέρας ο δαιμόνιος ιδιωτικός ντετέκτιβ Ι.Χ. (Ιεροκλής Χλομός), με την μάλλον αδύναμη συνεπικουρία του βοηθού του Ι.Β. (Ιωάννη Βίσωνα). Αρωγός στην προσπάθειά τους, ένας ψευδώνυμος και μάλλον φαιδρός συγγραφέας, ο Ν. Α. Κόνικλος, ο οποίος έχει σε χρόνο ρεκόρ συγγράψει ένα σατυρικό βιβλίο με κεντρικό ήρωα τον μεγαλοδημοσιογράφο. Η δομή του βιβλίου είναι στο πρότυπο των Άθλων του μυθικού Ηρακλέους, μόνο που στους σύγχρονους αυτούς άθλους πρωταγωνιστής και ήρωας είναι ο Ηρακλής… Σπίλος. Μέσα από τα δώδεκα αυτά επεισόδια της καριέρας του, σε καθένα από τα οποία τα «βάζει» και με κάποια «μεγάλα συμφέροντα» διαφαίνεται (κατά τον Ι.Χ.) η ταυτότητα του δολοφόνου. Ωστόσο, σοφά ποιώντας, ο συγγραφέας έχει αφήσει ανολοκλήρωτο το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, φοβούμενος μήπως η πραγματικότητα (πάντοτε πιο ευτράπελη από τη φαντασία) διαψεύσει τις εικασίες του.
Και πράγματι: Ακολουθώντας την ανάγνωση του βιβλίου του Κόνικλου, παρακολουθούμε μια σύγχρονη εποποιία, με αναλογίες και αναφορές στη μυθολογία, απ’ όπου αντλεί ο συγγραφέας ονόματα και θέματα. Για παράδειγμα, ο άθλος με τον τίτλο «Το λιοντάρι της Νεμέας», αναφέρεται στο πώς κατάφερε ο Ηρακλής Σπίλος (μυθιστορηματική περσόνα του Γαρουφαλλίδη) να εξουδετερώσει τον μεγάλο εχθρό του καναλάρχη αφεντικού του, τον Λέοντα Εμφιλοχωρίτη, αδέκαστο δημοσιογράφο που βάλλει καθημερινά κατά τον ποικίλων ημιπαράνομων δραστηριοτήτων του. Στον πρώτο τούτο άθλο, ο Σπίλος αναπτύσσει μια από τις πιο «κλασικές» τακτικές του εκβιασμού, πιάνοντας στα πράσα τον αδέκαστο δημοσιογράφο με τη σύζυγο υπερυπουργού – και μάλιστα σε ιδιαίτερα περίπλοκες και ευφάνταστες περιπτύξεις.
Όσο οι άθλοι του Ηρακλή Σπίλου διαδέχονται ο ένας τον άλλον (κάνοντας κάθε φορά κι από έναν θανάσιμο εχθρό), τόσο και η φαντασία του συγγραφέα Κόνικλου (ή Κουνενή) εκτρέπεται προς την παρωδία, δημιουργώντας συχνά εξωφρενικά απολαυστικές παρωδιακές καταστάσεις. Από τις πλέον πετυχημένες, η –μοιραία σκατολογική– παρωδία του άθλου με την Κόπρο του Αυγεία. Για τις ανάγκες του, ο Κόνικλος σοφίζεται την ύπαρξη ενός πρότυπου οικισμού, ιδιοκτησίας του μεγιστάνα Χέλμουτ Αυγεία, ο οποίος πέρα από τις ποικίλες αρχιτεκτονικές και τεχνολογικές καινοτομίες του διακρίνεται κυρίως για μία: Το αποχετευτικό του σύστημα, κόντρα στα συνηθισμένα, δεν είναι υπόγειο, αλλά εναέριο. Με ειδικά συστήματα που περιγράφονται αναλυτικά, τα λήμματα μεταφέρονται μέσα από ένα πολύπλοκο σύστημα σωληνώσεων προς το χώρο εναπόθεσής τους. Φαντάζεστε λοιπόν τι συμβαίνει όταν ένα ελικόπτερο προσκρούσει στις εναέριες σωληνώσεις της καινοτόμου πολίχνης... Ομοίως, ο Κόνικλος-Κουνενής δεν φείδεται παιγνίων στην αφήγηση: Ο τρίτος άθλος, Το ελάφι της Κερύνειας, μας γνωστοποιείται μέσα από στίχους σε ρυθμούς χιπ χοπ, ενώ επίσης έμμετρη είναι η αφήγηση του ενδέκατου άθλου, Τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων.
Ο Νίκος Κουνενής ακολουθεί έναν δρόμο μοναχικό, αφού ελάχιστοι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς φαίνεται να μπαίνουν στον πειρασμό να οδηγήσουν παραπέρα την παράδοση του Ροΐδη. Στο προηγούμενο πεζό του, τη νουβέλα «Ω, του θαύματος», η παρωδία των περί την εκκλησία θαυμάτων και τα ευτράπελα που συχνά τα συνοδεύουν ήταν απολύτως επιτυχής. Σε μέγεθος μυθιστορήματος πια, με τον «Μύθο του Ηρακλή Σπίλου» υπερβαίνει και πάλι επιτυχώς τους κινδύνους του εγχειρήματος, οι οποίοι καταρχάς σχετίζονται με το εύρος του και την εφ’ όλης της ύλης διεκτραγώδηση της ελληνικής πραγματικότητας που επιβάλει. Ακόμη δυσκολότερο εγχείρημα: Να καταφέρνει να βγάζει γέλιο, αλλά και λογοτεχνικό αποτέλεσμα, παρωδώντας μια πραγματικότητα που έχει προ πολλού μεταλλαχθεί η ίδια σε παρωδία.

Απόσπασμα

«[...] Βραβεία για τη σύνθεση / και για την ερμηνεία, / που οι φίρμες τα διεκδικούν / με πάθος κι αγωνία.
Μια μέρα πριν τη βράβευση / (στην πρωινή εκπομπή του), / ο Σπίλος έκανε γνωστή / μια γκέλα του Κλαρίτου.
Του διάσημου συνθέτη μας / με τ’ άπειρα σουξέ του / που τόσο απογείωσαν / το φοβερό τουπέ του.
Ο Ηρακλής βεβαίωσε / πως το προς κρίσιν άσμα / είναι αποτέλεσμα κλοπής, / μαύρης απάτης πλάσμα.
Συγκρίνοντας τις μουσικές / Κλαρίτου και Σπινέλι, / ο Σπίλος τον δημιουργό / έπνιξε σαν κουνέλι.
Ως χθες τον είχαν φαβορί / και τώρα στην ξεφτίλα. / Αταίριαστες οι λαμογιές / με τα χρυσά τα μήλα.» (από το κεφάλαιο «Τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων»)

22/05/2009

Οι Γερμανοί ξανάρχονται

■ Η 6η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης ξεκινά επίσημα την Πέμπτη, ωστόσο τη Δευτέρα, στο Γαλλικό Ινστιτούτο γίνεται μια πρώτη, εναρκτήρια εκδήλωση με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και οι εκδόσεις «Αιώρα» προσκαλούν στην ομιλία του ιστορικού Howard Zinn με θέμα «Η δράση των πολιτών ως προϋπόθεση της Δημοκρατίας». Τον συγγραφέα θα παρουσιάσουν ο Παύλος Τσίμας και ο Κωστής Παπαϊωάννου, Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
■ Τιμώμενη χώρα φέτος είναι η Γερμανία, από τις πλέον ώριμες αγορές βιβλίου, με μεγάλο και σχετικά απαιτητικό κοινό. Μερικά στατιστικά από τη γερμανική αγορά προκαλούν μελαγχολία για τα δικά μας δεδομένα, αλλά και δείχνουν πόσο δρόμο έχουμε ακόμη να διανύσουμε (αν φυσικά το αποφασίσουμε).


■ Καταρχάς, το κοινό του βιβλίου είναι τεράστιο, πάνω από τους 35 εκ. πολίτες αγοράζουν ένα ή περισσότερα βιβλία το χρόνο. Η ανά αναγνώστη δαπάνη για την αγορά βιβλίων είναι κατά μέσον όρο 108,50 ευρώ ετησίως.
■ Το διάβασμα είναι 7η στη σειρά αγαπημένη συνήθεια των Γερμανών, μετά την μουσική, την τηλεόραση, τις εφημερίδες, το καλό φαγητό, τις παρέες και τις βόλτες με το αυτοκίνητο. Ωστόσο, μόνον το 16,2% δεν διαβάζει καθόλου, ενώ οι «εντατικοί» αναγνώστες διαβάζουν 18 βιβλία το χρόνο. Το 54% δηλώνει ότι διαβάζει αρκετά έως πάρα πολύ, με τις γυναίκες να κυριαρχούν δηλώνοντας ότι το 45% διαβάζει ή συμβουλεύεται σχεδόν καθημερινά ένα βιβλίο.
■ Τέλος, στη Γερμανία υπάρχουν –άκουσον άκουσον– βιβλιοθήκες. Συνολικά, 11.000 σε όλη την επικράτεια. Διαθέτουν 357 εκατομμύρια τίτλους, έχουν 670.000 επισκέπτες ημερησίως και δανείζουν 456 εκατ. τίτλους ετησίως σε 11 εκατομμύρια αναγνώστες. Κάντε τις συγκρίσεις σας.
■ Οι Εκδόσεις Καστανιώτη ανακοίνωσαν τη Δευτέρα που μας πέρασε την αποκλειστική για τα βιβλιοπωλεία διάθεση της συσκευής ανάγνωσης ψηφιακών βιβλίων ΒeBook σε συνδυασμό με τη δωρεάν διάθεση οχτώ ψηφιακών βιβλίων (ebook) γνωστών Ελλήνων συγγραφέων.
■ H συσκευή BeBook χρησιμοποιεί οθόνη τεχνολογίας e-Ink, η οποία δίνει την αίσθηση του τυπωμένου χαρτιού. Οι συγγραφείς που διαθέτουν από ένα βιβλίο τους, δωρεάν σε αυτή την πρώτη φάση, είναι οι Ντόρα Γιαννακοπούλου, Στέφανος Δανδόλος, Λένα Διβάνη, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Βασίλης Παπαθεοδώρου, Αλέξης Σταμάτης, Ευγενία Φακίνου και Λένος Χρηστίδης.
■ Το βιβλίο του καθηγητή Αντώνη Μακρυδημήτρη «Απρόρρητα» (εκδόσεις «Το πέρασμα») παρουσιάστηκε την Τετάρτη στη Στοά του Βιβλίου. Για τον συγγραφέα και το βιβλίο του μίλησαν οι Ντόρα Μπακογιάννη, Κώστας Σκανδαλίδης και Φώτης Κουβέλης, ενώ τη συζήτηση συντόνιζε ο δημοσιογράφος Αντώνης Παπαγιαννίδης.
■ Οι εκδόσεις «Το πέρασμα» είναι μια σχετικά νέα εκδοτική πρωτοβουλία, που έχει ως σκοπό να παρακολουθεί σημαντικά ζητήματα της μεταβατικής εποχής μας, εστιάζοντας συχνά στα πιο αμφιλεγόμενα από αυτά. Παράδειγμα: το βιβλίο για την ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας, που φιλοξενούσε επιχειρήματα τόσο υπέρ όσο και κατά.
■ Τα ΑΣΚΙ (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας) είναι μια μη κερδοσκοπική αστική εταιρεία που λειτουργεί από το 1992 με σκοπό τη δημιουργία ενός επιστημονικού και αρχειακού χώρου, επικεντρωμένου στην ιστορία των κοινωνικών κινημάτων του 20ου αιώνα. Πρόσφατα βιβλία τους, «Η νεολαία Λαμπράκη τη δεκαετία του 1960», της Ιωάννας Παπαθανασίου, με τη συνεργασία της Πολίνας Ιορδανίδου, Άντας Κάπολα, Τάσου Σακελλαρόπουλου και Αγγελικής Χριστοδούλου.
■ Επίσης: «Επί ξυρού ακμής – ένας "κομμένος" αντάρτης του ΔΣΕ στα βουνά της Ρούμελης», του Βασίλη Αποστολόπουλου, συνέκδοση με το «Βιβλιόραμα».
■ Εκδήλωση για το βιβλίο του Τάκη Θεοδωρόπουλου «Η μελαγχολία της Δευτέρας» (Ωκεανίδα). Θα μιλήσουν οι Πέτρος Μάρκαρης, Αλέξανδρος Βέλιος και Πάσχος Μανδραβέλης. Αύριο, Δευτέρα, στις 19.00, στο Public στην Πλατεία Συντάγματος.
■ Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων Megaron Plus, πραγματοποιείται εκδήλωση με τη συμμετοχή τριών γνωστών κι αγαπητών ξένων συγγραφέων: Του Ιταλού Νικολό Αμανίτι, του Γερμανού Ντάνιελ Κέλμαν και του Περουβιανού Σαντιάγο Ρονκαλιόλο. Θέμα τους, «Το σύγχρονο πρόσωπο της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας», ενώ την παρουσίαση των συγγραφέων στο κοινό και τον συντονισμό της συζήτησης έχει αναλάβει ο δημοσιογράφος και μεταφραστής Ανταίος Χρυσοστομίδης. Μεθαύριο, Τρίτη, στις 19.00, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

19/05/2009

Με λυμένα κορδόνια

■ Τέλειωσε λίγες μέρες πριν η έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο, που ήταν αφιερωμένη στο περιβάλλον και γενικότερα σε οικολογικά θέματα. Σχεδόν ταυτόχρονα, εγκαινιάστηκε η 32η Γιορτή Βιβλίου που διοργανώνει ο Σύλλογος Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών. Η γιορτή κρατάει μέχρι τις 24 του μήνα και για πρώτη φορά θα λάβει χώρα στον πεζόδρομο της Ερμού, στο κομμάτι ανάμεσα στο σταθμό Θησείου μέχρι το Γκάζι.
■ Ευκαιρία για βόλτες και χάζεμα χιλιάδων νέων λαχταριστών τίτλων. Κι ας μην διστάζουμε να βάλουμε το χέρι στην τσέπη. Ένα σωρό βιβλία κοστίζουν όσο ένα ποτό στα περισσότερα μπαράκια της πόλης, και δεν προκαλεί και hangover.
■ Λίγες μέρες μετά το τέλος της Γιορτής Βιβλίου στην Αθήνα, ξεκινάει στη Θεσσαλονίκη η 6η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου που διοργανώνει το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Φιλοξενούμενη χώρα φέτος θα είναι η Γερμανία, ενώ η θεματική έκθεση θα έχει θέμα «Βιβλίο και Ιστορία». Θα επανέλθουμε με λεπτομέρειες.
■ Σημαντικό άνοιγμα στις εκδόσεις κάνουν το τελευταίο διάστημα Ιδρύματα ή Μουσεία, συνήθως με βιβλία εξειδικευμένα ή δαπανηρά για τον μέσο εκδότη. Το Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, το Μουσείο Μπενάκη, αλλά και το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών είναι ορισμένα από αυτά. Από το τελευταίο, κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες, στη σειρά νεοελληνική ιστορία, το ογκώδες βιβλίο του ιστορικού Βασίλη Κρεμμυδά «Διπλό ταξίδι – Ψηλαφίσεις ενός ιστορικού», συλλογή κειμένων σε τόνο πιο προσωπικό απ’ ό,τι συνηθίζεται σε αυστηρά επιστημονικά έργα.
■ Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου, βραβευμένη πέρυσι με το βραβείο του περιοδικού «Δε(κατα)» για το τρίτο μυθιστόρημά της, το εντυπωσιακό «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;», επιστρέφει φέτος με ένα διαφορετικό ταξίδι. «Το ταξίδι των τρολ» (Καστανιώτης, επίσης), σε εικονογράφηση Σοφίας Τουλιάτου, απευθύνεται σε μικρότερους αναγνώστες χωρίς να τους αντιμετωπίζει ως χαζούς.
■ Η αφιέρωση στην πρώτη σελίδα τα λέει όλα: «Στο μικρό τρολ Λυδία, που θα της μάθω να δένει τα κορδόνια της, άμα μου μάθει να λύνω τα δικά μου».
■ Άλλα βιβλία από τον Καστανιώτη: Η τέταρτη και συμπληρωμένη έκδοση της «Ανθολογίας Γαλλικής Ποίησης – Από τον Μποντλέρ ως τις μέρες μας» του Χριστόφορου Λιοντάκη, έργο αναφοράς.
■ Επίσης: Το καινούργιο βιβλίο της βρετανής συγγραφέως Σάρα Γουότερς «Χείλη σαν βελούδο» (μτφρ. Αύγουστος Κορτώ), αλλά κι ένα ακόμη μυθιστόρημα της νομπελίστριας Ντόρις Λέσσινγκ, «Το πιο γλυκό όνειρο» (μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο).
■ Ακόμα, μια ενδιαφέρουσα προσωπογραφία του Σύλβιο Μπερλουσκόνι από τον Δημήτρη Α. Δεληολάνη, ανταποκριτή της ΕΡΤ και του «Έθνους» στην Ιταλία, «η μυστηριώδης μεταπήδηση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι από τις εργολαβίες στα κανάλια και από εκεί στην πρωθυπουργία της Ιταλίας.» Οι λιγοστοί στη χώρα μας φαν του Καβαλιέρε, και κυρίως οι πολυπληθέστεροι επικριτές του, θα βρουν αρκετά επιχειρήματα.
■ Τέλος, οι εκδόσεις Καστανιώτη προσκαλούν σε συνέντευξη τύπου για την παρουσίαση του προγράμματος ψηφιακών εκδόσεων 2009-2010. Αύριο, στις 12.30, στο Mουσείο Mπενάκη. Μυρίζει νέα εποχή…
■ Ξεκίνησε να παίζεται στο Από Μηχανής Θέατρο ο μονόλογος του Μισέλ Φάις «Το κίτρινο σκυλί» (Πατάκης), εμπνευσμένος από την απόπειρα δολοφονίας της Κωνσταντίνας Κούνεβα τον περασμένο Δεκέμβρη. «Κείμενο επείγουσας γλωσσικής πραγματικότητας», το χαρακτηρίζει ο συγγραφέας.
■ «Μπορείς να φας λεμόνι και να μην ξινίσεις τα μούτρα σου;» είναι ο τίτλος του σύντομου μυθιστορήματος του ισπανικής καταγωγής Sergi Pamies. «Το λεμονοβιβλίο του Πάμιες το έχω ρουφήξει ολόκληρο, το έχω διαβάσει και ξαναδιαβάσει, το έχω διαβάσει ανάποδα, ακόμα και ανάσκελα», σχολίασε ο «πολύς» Ενρίκε Βίλα-Μάτας.
■ Τα τελευταία χρόνια, μπαμπάδες και μαμάδες, όχι όποιοι κι όποιοι βέβαια, έχουν αναλάβει δράση, αποφασισμένοι να μεταφέρουν στην επόμενη γενιά τις γνώσεις τους, με παιδευτική κι ελαφρώς εκλαϊκευτική διάθεση. «Μιλώντας στο γιο μου για την ηθική και την ελευθερία», λέγεται το πόνημα του Ισπανού καθηγητή φιλοσοφίας Φερνάντο Σαβατέρ (Πατάκης).

08/05/2009

«Πού πάμε μπαμπά;»

■ Βιβλίο για τη θρυλική πρωταγωνίστρια της ελληνικής οπερέτας Ζωζώ Νταλμάς ετοιμάζει ο Βασίλης Κολοβός, ηθοποιός-συγγραφέας, φίλος της από το 1976, μαζί με τον Δημήτρη Ιβάνωφ, χορευτή-χορογράφο, φίλος της από το 1955, με τη βοήθεια της νεαρής ηθοποιού και ιστορικού-θεατρολόγου Λίλας Σταμπούλογλου.
■ Το βιβλίο βασίζεται σε πλούσιο αρχειακό υλικό –προγράμματα, εφημερίδες, περιοδικά, προσωπικές αφηγήσεις και δεκάδες φωτογραφίες- που η ίδια κληροδότησε στον Δημήτρη Ιβάνωφ με ιδιόγραφη διαθήκη.
■ Η ζωή της Νταλμάς θυμίζει –συγχωρήστε με για την τετριμμένη έκφραση– πολυσέλιδο μυθιστόρημα. Από τα highlights της βιογραφίας της, ο θυελλώδης έρωτάς της με τον Κεμάλ Ατατούρκ.


■ Το καινούργιο βιβλίο της σούπερ ευπώλητης Λένας Μαντά αναμένεται από μέρα σε μέρα. Τίτλος του «Έρωτας σαν βροχή». Από τον Ψυχογιό, εννοείται.
■ Παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του Χρήστου Χρυσόπουλου «Η Λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον». Θα μιλήσουν η Τίνα Μανδηλαρά, ο Θοδωρής Χιώτης και ο συγγραφέας. Στο 104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης των εκδόσεων Καστανιώτη. Την Τρίτη, 12 Μαΐου, στις 19.30, Θεμιστοκλέους 104.
■ Για την μεγάλη επιτυχία του Γιώργου Ζαρκαδάκη στην Ισπανία, τα είπαμε τις προάλλες. Κάναμε όμως ένα λαθάκι: Το βιβλίο του που μεταφράστηκε στην Ισπανία δεν είναι το μυθιστόρημά του «Το πέρασμα», αλλά το τελευταίο του βιβλίο, γραμμένο απευθείας στα αγγλικά, με τον τίτλο «The Island Survival Guide». Μεταφυσικό θρίλερ, όπως περιγράφεται σε κάποιες ιστοσελίδες.
■ Επιστροφή στην πραγματικότητα: Η καινούργια ποιητική συλλογή του Χάρη Βλαβιανού «Διακοπές στην πραγματικότητα» (Πατάκης) εξαντλήθηκε μέσα σε τρεις εβδομάδες από τη μέρα της κυκλοφορίας της –γεγονός αξιοσημείωτο για ποίηση– και επανακυκλοφόρησε.
■ Δεν σταματούν όμως στα ελληνικά σύνορα τα ευχάριστα για τον Βλαβιανό: Στο τελευταίο τεύχος του Times Literary Supplement, του πιο έγκριτου αγγλοσαξονικού λογοτεχνικού ενθέτου, δημοσιεύεται ποίημά του από την εν λόγω συλλογή, σε μετάφραση της Μίνας Καραβαντά.
■ Βραβεία «Διαβάζω» είχαμε τη Δευτέρα, με μεγάλη νικήτρια τη Μαρίνα Καραγάτση για το μυθιστόρημά της «Το ευχαριστημένο, ή οι δικοί μου άνθρωποι» (Άγρα). Κερδισμένοι εκδοτικοί οίκοι: «Πόλις», με δύο βραβεία (Πρωτοεμφανιζόμενου και Δοκιμίου) και «Ελληνικά Γράμματα» (Παιδικό και Εφηβικό).
■ Ιδιαίτερες εκπλήξεις δεν υπήρξαν, ωστόσο όταν συμβαίνει αυτό κάποιοι εκπλήσσονται ακόμη περισσότερο.
■ Το πλέον συνηθισμένο σχόλιο που άκουγα: «Μα, τώρα, είναι μυθιστόρημα αυτό που ψηφίσατε; Τη ζωή της γράφει». Ένας από αυτούς πήρε πληρωμένη απάντηση από υποψήφιο για βράβευση ποιητή: «Όλοι τη ζωή μας γράφουμε». Ο διάλογος είχε συνήθως κι ενδιαφέρουσα συνέχεια. Ρωτούσα, τους απορούντες: «Το έχεις διαβάσει;».
■ Το μαντέψατε: Ούτε ένας δεν μου απάντησε «ναι».
■ Δυναμικά μπήκε το «Μεταίχμιο» στην ανοιξιάτικη σεζόν. Στην ελληνική πεζογραφία, με τέσσερις προσεγμένες επιλογές: Η συλλογή διηγημάτων «Τελετές ενηλικίωσης» του Κώστα Ακρίβου, με τον κεντρικό ήρωα να επανέρχεται από διήγημα σε διήγημα παίρνοντας μαθήματα ζωής· «Η μνήμη της πολαρόιντ», το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα της Μαρλένας Πολιτοπούλου· «Ο μύθος του Ηρακλή Σπήλου», σατυρικό και εικονοκλαστικό μυθιστόρημα του Νίκου Κουνενή· τέλος, το καινούργιο βιβλίο του σημαντικού πεζογράφου Βασίλη Γκουρογιάννη –κι ένα από τα καλύτερα βιβλία της χρονιάς, υποψιαζόμαστε– «Κόκκινο στην πράσινη γραμμή», μια αναμόχλευση των τραυμάτων του πολέμου στην Κύπρο, από τη μεριά των Ελλήνων βετεράνων.
■ Στην ξένη λογοτεχνία τα πράγματα είναι ακόμη καλύτερα. Ξεχωρίζουμε έναν τίτλο που πιστεύουμε θα κάνει αίσθηση: «Σκοτεινός τόπος» της Τζίλιαν Φλιν, δεύτερο βιβλίο της συγγραφέως του «Αιχμηρά αντικείμενα», ένα από τα πιο καλύτερα (και πιο καλοπουλημένα ψυχολογικά θρίλερ) της προηγουμένης σεζόν.
■ Ένας πατέρας, λίγο πριν το τέλος της ζωής του, αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο για τους γιους του, με βαριά αναπηρία και οι δύο. «Για να τους θυμόμαστε. Για να μην μείνουν μονάχα δύο φωτογραφίες στις αναπηρικές τους ταυτότητες», λέει.
■ «Πού πάμε μπαμπά;» είναι ο τίτλος του, Ζαν-Λουί Φουρνιέ ο συγγραφέας. Μόλις κυκλοφόρησε από το «Μελάνι», κι έχει τιμηθεί στη Γαλλία με το βραβείο «Femina» για το 2008.

04/05/2009

Δημήτρης Νόλλας, "Ναυαγίων πλάσματα"

Βγαλμένη από τα δελτία ειδήσεων των τελευταίων χρόνων μοιάζει η αρχική ιδέα της σύντομης αυτής νουβέλας του Δημήτρη Νόλλα, αφού η ιστορία ξεκινάει με το ναυάγιο ενός σαπιοκάραβου γεμάτου λαθρομετανάστες κοντά στις ακτές αιγαιοπελαγίτικου νησιού. Όπως συμβαίνει συχνά και στην πραγματικότητα, τραγική είναι η κατάληξη για τους δυστυχείς που επέβαιναν στο μότορσιπ, με την εξαίρεση μιας γυναίκας και του μωρού της αδελφής της. Η Ασμάτ, όπως είναι το όνομά της, θα παραμείνει τελικά στο νησί, συνάπτοντας ερωτική σχέση με τον Ρήγα, τον λιμενικό που την έσωσε, ο οποίος ωστόσο είναι αρραβωνιασμένος, για λόγους συμφέροντος ή συμβατικότητας, με μια ντόπια.
Η ιστορία πυροδοτείται όταν γίνεται γνωστός ο μυστηριώδης θάνατος της Ασμάτ, οπότε και αρχίζει ένα γαϊτανάκι υποψιών και ενοχών ανάμεσα στα βασικά πρόσωπα του δράματος. Ο μπανιστιρτζής υπολιμενάρχης, ο επονομαζόμενος και «Μπάντμαν», όχι και τόσο κακός όμως στο βάθος· ο μηχανικός που τυφλώθηκε από έκρηξη στο λεβητοστάσιο, φιγούρα υποβλητική μα και λιγάκι φοβιστική· η συμβατική αρραβωνιαστικιά, ο παπάς, άλλοι νησιώτες. Ο Νόλλας, βάζει μάλιστα το δυσάρεστο γεγονός να λαμβάνει χώρα τις μέρες της Αποκριάς, η οποία στο συγκεκριμένο νησί έχει αρκετά διονυσιακό χαρακτήρα, στοιχείο που εξάπτει κι άλλο τα πνεύματα, φέρνοντας στην επιφάνεια τις ανεπάρκειες και τις κρυφές επιθυμίες των ανθρώπων του χωριού. Στο τέλος, ο θάνατος της Ασμάτ μένει μετέωρος ανάμεσα στο φόνο και στην αυτοκτονία, αλλά πια δεν έχει σημασία: Η πάλαι ποτέ κοινότητα του νησιού είναι ήδη αποσαρθρωμένη. Ο εχθρός, ο άλλος, είναι εδώ και καιρό μέσα από τα τείχη.
Ο Νόλλας στήνει την ιστορία του με μαεστρία, εμπιστευόμενος την εξιστόρηση σε έναν εξωδιηγητικό αφηγητή, που απλώς άκουσε την ιστορία, εντάσσοντάς την έτσι στο πλαίσιο μιας προφορικής παράδοσης, στην οποία ιστορίες και μύθοι διαπλέκονταν δημιουργικά, καθρεφτίζοντας τους φόβους και τις προσδοκίες της κοινότητας. Να παρατηρήσουμε, τέλος, ότι παρά τον σύγχρονο και ανοιχτό τρόπο με τον οποίο είναι αρθρωμένη η ιστορία του Νόλλα, ο τίτλος “Ναυαγίων πλάσματα” παραπέμπει στο διήγημα του Παπαδιαμάντη “Ναυγαγίων Ναυάγια”. Αλλά και τα ίδια τα πρόσωπα θυμίζουν χαρακτήρες του Σκιαθίτη συγγραφέα, χωρίς βέβαια το σύνολο να χάνει την αυτοτέλειά του.

Απόσπασμα
«Φοβάμαι. Ψιθύριζε η Ασμάτ ξανά και ξανά, τρυφερά, διστακτικά, λέξεις που επαναλαμβάνονταν με την έγνοια καρφωμένη στις άκρες τους. Σαν κάτι κακό να είχε πλησιάσει τόσο πολύ κοντά, όπως όταν σταλαγματιές το φαρμάκι αιωρείται πάνω από τον κοχλία του αυτιού, ανθρώπου παραδομένου στα όνειρα.
Κι ο Ρήγας, ανίκανος, αβοήθητος κι ο ίδιος, ένιωθε το φόβο να τους πλησιάζει και να τους σκεπάζει, τινάζοντάς τους στα βράχια, τα μαύρα και ασάλευτα βράχια, κάτω από το αφρισμένο άγριο νερό που πηγαινοέρχεται ξανά και ξανά, τρώγοντας με αιώνια υπομονή τις σκαλισμένες επιφάνειές τους. Από πολύ παλιά και πάντα το ίδιο.» (σ. 37)

02/05/2009

Εκθέσεις και βραβεία

■ Μια πολυτελής και ιδιαίτερα προσεγμένη έκδοση με κείμενα του Ζήσιμου Λορεντζάτου κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Δόμος» σε επιμέλεια Σταύρου Ζουμπουλάκη. Τα «Collectanea» περιλαμβάνουν κείμενα που γράφτηκαν μέσα σε μισό και πλέον αιώνα, από το 1941, ημερομηνία θανάτου του πατέρα του, μέχρι λίγο πριν τον δικό του θάνατο, το 1994.
■ Αποτελείται από 1210 σύντομα κείμενα, που αφορούν ποικίλα θέματα που άπτονται της λογοτεχνίας, της κριτικής, της ποίησης, της μεταφυσικής και της επιστήμης. Επιθυμία του ιδίου ήταν να δημοσιευτούν μετά θάνατο. Ωστόσο, ο ίδιος είχε φροντίσει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια τα της έκδοσης, με οδηγίες ακόμη και για το χρώμα του εξωφύλλου.
■ Ο ίδιος ο Λορεντζάτος, στο μικρό σημείωμα που απευθύνει στον αναγνώστη, γράφει: «Τα Collectanea τα βλέπω σαν τις χαμάδες της πατρίδας μας, για τις οποίες το Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη γράφει: “Χαμάδα (η). Ελαία ώριμος πεσούσα από του δέντρου και τρωγομένη ανάλατος».
■ Ο Τζέιμς Μπάλαρντ πέθανε, ωστόσο το τελευταίο του βιβλίο του ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει σύντομα στα ελληνικά. Πρόκειται για την αυτοβιογραφία του με τον τίτλο «Τα θαύματα της ζωής» κι αναμένεται αρχές Ιούνη από το «Οξύ» Καλό τάιμινγκ.
■ Ωστόσο, σημαντικά βιβλία του Μπάλαρντ κυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια από άλλους εκδοτικούς οίκους. Το πλέον πρόσφατο, «Ο άνθρωπος του μιλένιουμ», από τις εκδόσεις «Ποταμός».
■ Ένα νέο κατάστημα franchise ήρθε να προστεθεί στη μεγάλη αλυσίδα των Βιβλιοπωλείων Παπασωτηρίου, κι εγκαινιάστηκε πριν λίγες ημέρες σε κεντρικό σημείο της Καλαμάτας.
■ Μεθαύριο, 5 Μαρτίου, είναι η καταληκτική ημερομηνία για όσους, συγγραφείς, εκδότες, κληρονόμους, ΔΕΝ επιθυμούν να συμπεριληφθούν στον Διακανονισμό ανάμεσα στην Google και φορείς συγγραφέων και εκδοτών, σχετικά με την ψηφιοποίηση και εμπορική εκμετάλλευση βιβλίων.
■ Αν ανήκετε σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες και ΔΕΝ επιθυμείτε να συμμετέχετε στον Διακανονισμό, έχετε μόλις δύο μέρες για να αναλάβετε δράση – προλαβαίνετε, δεν είναι περίπλοκο. Σαφώς πιο περίπλοκο είναι να κατανοήσει κανείς το περιεχόμενο και τις ποικίλες παραμέτρους της εξαιρετικά σημαντικής αυτής συμφωνίας. Μια επίσκεψη στην ιστοσελίδα του ΟΣΔΕΛ (http://www.osdel.gr/) θα σας λύσει πολλές απορίες.
■ Μόλις δύο τεύχη μετράει το Post Media και υποδέχεται ήδη μια βράβευση. Στα Ελληνικά Βραβεία Γραφιστικής και Εικονογράφησης (ΕΒΓΕ, 2009), στην κατηγορία Σχεδιασμός Περιοδικού, βραβεύτηκε ο Σάκης Στριτσίδης. Ο Στριτσίδης, είναι ο μοναδικός σχεδιαστής που κερδίζει, για δεύτερη φορά, σε μια κατηγορία όλες τις διακρίσεις, τους δύο επαίνους, και το βραβείο.


■ Παρουσίαση του βιβλίου του Βασίλειου Μαρκεζίνη «Σκιές από την Αμερική» (Λιβάνης). Θα μιλήσουν οι Προκόπης Παυλόπουλος, Απόστολος Κακλαμάνης, Φώτης Κουβέλης. Τη Δευτέρα, 4 Μαρτίου, στη Μεγάλη Βρετάνια, στις 12.00.
■ Την ίδια μέρα, Δευτέρα, λαμβάνει χώρα η απονομή των ετήσιων λογοτεχνικών βραβείων του περιοδικού «Διαβάζω». Στις 19.00, στο Μουσείο Μπενάκη, στην Πειραιώς.
■ Ελληνική επιτυχία στο εξωτερικό: «Η Κινέζικη Κουζίνα» του Βαγγέλη Δρίσκα προκρίθηκε στην τελική φάση του διαγωνισμού Gourmand World Cookbook Awards στην κατηγορία «Best Chinese Cookbook in the World». Σημειωτέον, ο διαγωνισμός περιλαμβάνει 55 διαφορετικές κατηγορίες βιβλίων. Βάλτε με το νου σας...
■ Κυκλοφόρησε από τον Πατάκη ένα ακόμη παλιότερο μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα, ξανακοιταγμένο από τη συγγραφέα και με νέο εξώφυλλο. Η «Ουράνια Μηχανική» βγήκε για πρώτη φορά πλην από δέκα χρόνια, κι είναι το μοναδικό βιβλίο της με ήρωες εφηβικής και μετεφηβικής ηλικίας. Προς ανακάλυψη.
■ Ξεκίνησε την Πέμπτη η πρώτη ανοιξιάτικη έκθεση βιβλίου, στο Ζάππειο (Ε.Σ.Ε.Β.Ε). Εκατόν πενήντα εκδότες, χιλιάδες τίτλοι, σε νέα, καλοσχεδιασμένα περίπτερα. Έως τις 17 Μαΐου.
■ Στο μεταξύ, στις 14, θα ξεκινήσει η έτερη έκθεση βιβλίου (Σ.Ε.Β.Α), αυτή που μέχρι προσφάτως γινόταν στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Φέτος, για πρώτη φορά, η έκθεση θα φιλοξενηθεί σε αμιγώς εμπορικό δρόμο, στην Ερμού. Θα επανέλθουμε, σχετικά.

29/04/2009

Τάκης Θεοδωρόπουλος, "Η μελαγχολία της Δευτέρας"

Συγγραφέας, δοκιμιογράφος και αρθρογράφος, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος είναι μια διακριτή φωνή στο θολό νεοελληνικό τοπίο, και μια από τις λιγοστές περιπτώσεις στις οποίες το λογοτεχνικό έργο, η σκέψη, η αρθογραφία και η πολεμική είναι ένα συνεκτικό σύνολο με αρχή μέση και τέλος. Το καινούργιο του βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε έχει τον τίτλο «H μελαγχολία της Δευτέρας – Από την ευφορία του 2004 στην κατάθλιψη του 2008» και συναπαρτίζεται από ήδη δημοσιευμένα κείμενά του σε εφημερίδες στην Ελλάδα («Τα Νέα»), στη Γαλλία («Liberation», «Figaro») και στη Γερμανία («Lettre International»). Πραγματεύεται, μέσα από αναλύσεις γεγονότων και καταστάσεων της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, τα πώς και τα γιατί της γενικευμένης απαισιοδοξίας και κατήφειας των τελευταίων χρόνων. Το ερώτημα που έρχεται στο νου από τα πρώτα κιόλας κεφάλαια του βιβλίου καθρεφτίζεται και στον υπότιτλό του: Τι μας συνέβη κι από το αισιόδοξο «σαββατοκύριακο» του 2004, και την εικόνα μιας χώρας που επιτέλους μπορούσε να «τα καταφέρει», φτάσαμε στη σημερινή «μελαγχολία της Δευτέρας»;
«Πιστεύω ότι η ελληνική κοινωνία πάσχει από γενικευμένη κατάθλιψη διότι είναι μια πολύ κουρασμένη κοινωνία. Το πέρασμα από την δικτατορία στην δημοκρατία, η προσαρμογή στον ευρωπαϊκό τρόπο λειτουργίας- όπως κι αν έγινε- και η μεγάλη επιχείρηση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 απαίτησε μια τεράστια προσπάθεια η οποία μας εξάντλησε. Ίσως περιμέναμε και πολλά περισσότερα από όσα εντέλει απολαύσαμε- και δεν είναι λίγα- με αποτέλεσμα να φτάσουμε να αντιμετωπίζουμε με κυνισμό τον ίδιο μας τον εαυτό.» Κι εμείς που πιστεύαμε ότι ως νεοέλληνες μας διακρίνει μάλλον το... φιλότιμο. Όχι, λέει το Θεοδωρόπουλος: «Ο κυνισμός μας έχει περάσει και στην εκπαίδευση όπου η βασική αρχή είναι «να πάρει το παιδί ένα χαρτί και ας μην έχει μάθει τίποτε.» Πιστεύω ότι αυτό είναι ουσιαστικότερο έλλειμμα και από το έλλειμμα του δημόσιου προϋπολογισμού, το οποίο οφείλεται σε μια νοοτροπία υπαρκτού σοσιαλισμού που διακρίνει τον κρατικό μηχανισμό. Το έλλειμμα που δημιουργεί ο κυνισμός στην παιδεία, από την παιδεία μεταφέρεται στην λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών και κατά συνέπεια διατρέχει όλο το σώμα της κοινωνίας. Η κατάθλιψή μας οφείλεται στην διαπίστωση ότι έχει χαθεί το αίσθημα της κοινωνικής αλληλεγγύης και χωρίς κοινωνική αλληλεγγύη δεν υπάρχει ούτε κοινωνία ούτε πολιτισμός.»
«Η ομοφωνία είναι η πιο απόλυτη μορφή λογοκρισίας», γράφει κάπου. Σε κάποιο άλλο σημείο διαπιστώνει ότι η ελληνική κοινωνία μοιάζει έτοιμη να επιδοθεί σε έναν πόλεμο «όλων εναντίων όλων». Αντίφαση; «Επί μερικές δεκαετίες η πνευματική μας τάξη ομοφωνούσε κάτω από την ομπρέλα ενός «προοδευτικού λυρισμού» από τον οποίον, όποιος τολμούσε να αποστασιοποιηθεί, αντιμετωπιζόταν ως μαύρο πρόβατο. Επειδή ακριβώς αυτός ο «προοδευτικός λυρισμός» υπήρξε κενό γράμμα και πρόσχημα δεν κατάφερε να δημιουργήσει πραγματικά ερείσματα και τα κοινωνικά αντισώματα που μας είναι απαραίτητα για να αντιμετωπίσουμε τις κρίσεις. Και χωρίς πνευματικά αντισώματα κινδυνεύουμε να ζήσουμε την κατάσταση του “πόλεμος όλων εναντίον όλων”».
Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος ήταν ένας εκ των τριών συγγραφέων (σ.σ. οι άλλοι δύο ήταν ο Απόστολος Δοξιάδης και ο Πέτρος Μάρκαρης) που υπέγραψαν τον Δεκέμβρη κείμενο παρέμβασης με αφορμή τη διακοπή μιας πρεμιέρας του Εθνικού Θεάτρου. Πολλοί τότε μίλησαν για μια ελίτ βολεμένων, που πασχίζει να διαφυλάξει τα προνόμιά της. «Θα το υπέγραφα και σήμερα με ακόμη μεγαλύτερη πεποίθηση ότι κάνω καλά, ιδιαίτερα μετά τις επιθέσεις που δεχτήκαμε. Καταρχάς πιστεύω ότι οφείλουμε να προστατεύσουμε την ελευθερία του καλλιτεχνικού γεγονότος. Προχθές μπήκαν αυτά τα παιδιά και διέκοψαν την πρεμιέρα του Εθνικού, αύριο όταν μπουν οι θεούσες και πουν ότι η τάδε σκηνή προσβάλει τα χρηστά ήθη τι θα πούμε; Βρήκα δε εντελώς υποκριτικές τις αντιδράσεις του κοινού που τους χειροκρότησε. Αν έκριναν ότι δεν έπρεπε να γίνει η παράσταση ας μην πήγαιναν στο θέατρο. Έπειτα τι θα πει αυτό το "σκατά στους κουλτουριάρηδες" που έγραψαν σ’ έναν καθρέφτη; Μήπως θα πει σκατά σε όσους μιλούν και δεν τους καταλαβαίνουμε;»
Τα κείμενα, οξυδερκή και κοφτερά, εκφράζουν στη μεγάλη τους πλειονότητα τη δυσαρέσκεια του να υπάρχεις και να δημιουργείς στην Ελλάδα, κάτι σαν τη «Δυστυχία του να είσαι Έλληνας», του Νίκου Δήμου. Εύλογα αναρωτιέται κανείς: Μα τίποτε ωράιο δεν βρίσκει ο Θεοδωρόπουλος σε τούτη τη χώρα; «Νομίζω ότι όποιος διαβάσει αυτά τα κείμενα θα πειστεί ότι πολλά ωραία βρίσκω σ’ αυτόν τον τόπο κι αν κάτι με κάνει να γκρινιάζω είναι επειδή συγκρίνω αυτά τα ωραία με αυτά που βλέπω γύρω μου. Αν «γκρίνια» είναι να κρατάς σε εγρήγορση κάποια απόσταση από τα πράγματα η οποία πολλές φορές σε αναγκάζει να γίνεσαι είρων για να αντιμετωπίσεις την βία τους, τότε ναι, είμαι γκρινιάρης. Δυσκολεύομαι να αντιμετωπίσω με συγκατάβαση το μπάχαλο που ο «προοδευτικός λυρισμός» το αποκαλεί δημοκρατική διαμαρτυρία, όπως οι μοναχοί βάφτιζαν το κρέας ψάρι για να το τρώνε και στις νηστείες.»

27/04/2009

Μια διαφορετική διάλεξη

■ Απεβίωσε ανήμερα του Πάσχα ο γνωστός βρετανός συγγραφέας Τζέιμς Μπάλαρντ έπειτα από μακρά ασθένεια. Γνωστότερα έργα του, το «Αυτοκρατορία του Ηλιου», το οποίο έγινε ταινία από τον Στίβεν Σπίλμπεργκ, καθώς και το τολμηρό «Crash», που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ντέιβιντ Κρόνεμπεργκ.
■ Αγαπημένη ατάκα του: «Η μυθοπλασία υπάρχει εκεί έξω… Αυτό που πρέπει πια να κάνει ο συγγραφέας είναι να εφεύρει την πραγματικότητα».
■ Η αγαπητή στο ελληνικό κοινό συγγραφέας του ευπώλητου «Υ.Σ. Σ’ αγαπώ» Cecilia Ahern, θα βρεθεί στην Ελλάδα για λίγες μέρες για την προώθηση του καινούργιου τους βιβλίου «Θα σε βρω ξανά» (Διόπτρα). Την Τετάρτη, 6 Μαΐου, στις 19.00, θα υπογράφει αντίτυπα στο Βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου.
■ Τα βιβλιοπωλεία Ελευθερουδάκη, από την άλλη, είχαν μια διαφορετική ιδέα, την οποία και έβαλαν μπροστά εδώ και λίγες μέρες. Συγκεκριμένα, από την Πέμπτη, στις 23 Απριλίου, την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, στα τρία βιβλιοπωλεία της αλυσίδας –Πανεπιστημίου 17, Κηφισίας 268 και στο Golden Hall– υπάρχουν βιβλία-τετράδια στα οποία έχει ξεκινήσει να γράφεται μια ιστορία. Καλούν λοιπόν τους αναγνώστες-πελάτες τους να την συνεχίσουν... Και στο τέλος, αν η ιστορία είναι καλή, θα γίνει κανονικό βιβλίο.
■ Μεγάλο σουξέ έχει κάνει στην Ισπανία ο Γιώργος Ζαρκαδάκης. Το μυθιστόρημά του «Το πέρασμα» (Καστανιώτης) είναι εδώ και μερικές εβδομάδες στις λίστες με τα ευπώλητα.
■ Να που, ένα εδώ, ένα εκεί, τα ελληνικά βιβλία βρίσκουν το δρόμο τους προς τα έξω. Δεδομένου του ελάχιστου έως ανύπαρκτου ενδιαφέροντος των ξένων για την ελληνική λογοτεχνία, ειδικά όταν δεν είναι φολκλόρ, αυτό κάτι σημαίνει για το επίπεδο της παραγωγής μας – κι ας γκρινιάζουμε μεταξύ μας.
■ Κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη η βιογραφία του Ράντυ Πάους, με τίτλο «Η τελευταία διάλεξη». Είναι νούμερο ένα στη λίστα με τα μπεστ σέλλερ των New York Times, βρίσκεται στις αντίστοιχες λίστες του Publishers Weekly για πολλούς μήνες και μεταφράζεται σε περισσότερες από 35 γλώσσες. Για να δούμε τι ψάρια θα πιάσει στην ιδιότυπη ελληνική αγορά.
■ Το βιβλίο προέκυψε πάντως από μια αληθινή διάλεξη, που ήταν και η τελευταία του καθηγητή πληροφορικής Πάους, στο Carnegie Mellon University, τον Σεπτέμβριο του 2007, κι ενώ γνώριζε ότι πάσχει από ανίατη μορφή καρκίνου.
■ Ο τίτλος της ήταν «Κάνοντας πραγματικότητα τα όνειρα της παιδικής ηλικίας», κι αποτελεί μια συμπύκνωση γνώσης και εμπειρίας, δοσμένα με λόγο προφορικό και ζωντανό, γεμάτη από αισιοδοξία και διάθεση για ζωή. Ενάμιση χρόνο μετά, τον Ιούλιο του 2008, ο Πάους πράγματι άφησε την τελευταία του πνοή.
■ Δεν πρόλαβε καλά καλά να συγκροτηθεί το νέο συμβούλιο της Εταιρείας Συγγραφέων κι ήρθε η πρώτη παραίτηση. Ο Πέτρος Τατσόπουλος, ο οποίος σημειωτέον είχε εκλεγεί οριακά στην έβδομη θέση, στερώντας την από τον αμέσως επόμενο σε ψήφους Βασίλη Βασιλικό, υπέβαλε την Τετάρτη που μας πέρασε την παραίτησή του «για προσωπικούς λόγους». Ζητάει συγγνώμη για την αναστάτωση που προκαλεί, κι είναι σίγουρος ότι το κενό που αφήνει θα αναπληρωθεί επάξια.
■ Επειδή είναι μάλλον απίθανο να δεχθεί ο Βασιλικός να είναι απλό μέλος σε ένα συμβούλιο στο οποίο έχει στο πρόσφατο παρελθόν προεδρεύσει δις, τη θέση θα πάρει κατά πάσα πιθανότητα η μεταφράστρια Κλαίτη Σωτηριάδου.
■ Τώρα, θα πείτε, τι σας ενδιαφέρουν εσάς όλα αυτά; Ο συνδικαλισμός των συγγραφέων και οι μεταξύ τους ίντριγγες; Μα για... εκπαιδευτικούς λόγους. Καλό είναι να γνωρίζετε ότι και οι συγγραφείς, καίτοι κατά τεκμήριο «πνευματικοί άνθρωποι» –οι οποίοι, σημειωτέον, σε πρόσφατη δημοσκόπηση συγκέντρωσαν τα μεγαλύτερα ποσοστά εμπιστοσύνης των πολιτών– έχουμε τις αδυναμίες μας. Ενίοτε, και τις μικρότητές μας.

14/04/2009

50 χρόνια χωρίς τον Τριανταφυλλίδη


■ Πενήντα χρόνια κλείνουν φέτος από το θάνατο του σημαντικότερου ίσως Έλληνα γλωσσολόγου και λεξικογράφου Μανόλη Τριανταφυλλίδη (1883 – 1959). Σημαντικότερη κληρονομιά του, εκτός από το ανεκτίμητο έργο του, στα θεμέλια του οποίου βασίζεται ακόμη και σήμερα η γραμματική και η διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας, το ομώνυμο Ίδρυμα.
■ Το Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη έχει την έδρα του στη Θεσσαλονίκη, στο Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, και λειτουργεί με ίδια κεφάλαια, που αντλούνται στο μεγαλύτερο μέρος του από την εκμετάλλευση των ακινήτων που του κληροδότησε ο Τριανταφυλλίδης. Το κράτος, μέσω του Υπουργείου Παιδείας, συμβάλει στο έργο του Ινστιτούτου, συνήθως με την μετάταξη κάποιων υπαλλήλων.
■ Η προσφορά του Ιδρύματος, τα πενήντα αυτά χρόνια είναι πραγματικά ανεκτίμητη. Η πιο πρόσφατη, το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, βασικό λεξικό αναφοράς για διορθωτές, επιμελητές, αλλά και οιονδήποτε θέλει να έχει σπίτι του ένα έγκυρο και χρηστικό εγχειρίδιο. Τούτο λεχθέντος, οι άνθρωποι που αγαπούν τη γλώσσα δεν αρκούνται σε ένα και μόνο λεξικό.
■ Ωστόσο, το λεξικό είναι μονάχα μία από τις πολύτιμες εκδόσεις του: Το Ίδρυμα έχει να παρουσιάσει πλούσιο εκδοτικό και ερευνητικό έργο, κυρίως στους τομείς της μελέτης της ελληνικής γλώσσας και της διδασκαλίας της, της γλωσσολογίας και της νεοελληνικής φιλολογίας, καθώς και στη μελέτη της Αρχαίας Γραμματείας.
■ Σημαντικό είναι ωστόσο το έργο του Ιδρύματος, σε αγαστή συνεργασία με το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, σε ό,τι αφορά τη χρήση των τεχνολογιών στη λεξικογραφία και στη μελέτη της γλώσσας. Καταρχάς, το ίδιο το Λεξικό φιλοξενείται από το ΚΕΓ ψηφιοποιημένο, οπότε οι χρήστες του διαδικτύου έχουν στη διάθεσή τους, με ένα μόνο κλικ, όπως λέμε, ολόκληρο το λεξικό, και μάλιστα με την χρηστικότητα και την ευκολία που προσφέρει το μέσο.
■ Εν προόδω βρίσκεται ωστόσο ένα ακόμη ιδιαίτερα κρίσιμο έργο, ο «αυτόματος διορθωτής» ελληνικής γλώσσας που θα συνεργάζεται με τα γνωστά προγράμματα χειρισμού κειμένων (word, κ.λπ), δίνοντας επιτέλους στους Έλληνες χρήστες υπολογιστή ένα αξιόπιστο εργαλείο διόρθωσης και αναφοράς.
■ Ο χώρος δεν φτάνει για να καλυφτούν έστω και ακροθιγώς οι εκδοτικές και λεξικογραφικές δραστηριότητες του Ιδρύματος, ο πλούτος και το εύρος των οποίων συχνά δεν φτάνουν στο ευρύ κοινό. Ο Γιώργος Παπαναστασίου, διευθυντής του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών κι επίκουρος καθηγητής Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, φαίνεται να έχει πλήρη συνείδηση των διακυβευμάτων της σύγχρονης εποχής, κι έχουμε την εντύπωση ότι οι δράσεις του Ινστιτούτου θα μας απασχολούν όλο και συχνότερα στο μέλλον. Αρχής γενομένης από τις επετειακές εκδηλώσεις που θα πραγματοποιηθούν τον Οκτώβρη στη Θεσσαλονίκη.
■ Ας κλείσουμε αυτή τη σύντομη αναφορά στο έργο του Τριανταφυλλίδη με τα λόγια του πεζογράφου Ηλία Βενέζη: «[…] Η οφειλή της γενεάς της δικής μου στον Μανόλη Τριανταφυλλίδη είναι ανυπολόγιστη. Σε μια περίοδο αναρχίας του δημοτικισμού, όταν ανυπόμονοι να δώσουμε ένα έργο στη λογοτεχνία μας, αναζητούσαμε τον κανόνα, την πειθαρχία μιας γραμματικής που δεν υπήρχε, ο Μανόλης Τρανταφυλλίδης μάς παραστάθηκε, μας έδωσε τη γραμματική που ζητούσαμε, βοήθησε να φύγουμε απ’ το μάταιο αγώνα των λέξεων και να πάμε στο ουσιώδες της λογοτεχνίας: στην αναζήτηση του ύφους.» (Νέα Εστία, 1959)

07/04/2009

Κωνσταντίνος Τζούμας, "Complete unknown"

Σχεδόν χίλιες πεντακόσιες σελίδες μετρά συνολικά το αυτοβιογραφικό έργο που συνέγραψε ο Κωνσταντίνος Τζούμας και το οποίο έχει αρχίσει να κυκλοφορεί, με τη μορφή τριλογίας, από πέρυσι. Το πρώτο μέρος, που έδωσε και τον τίτλο της τριλογίας, ήταν το «Ως εκ θαύματος», κι υπήρξε ένα από τα πιο καλοπουλημένα βιβλία της προηγούμενης χρονιάς. Σε λίγες μέρες αναμένεται να κυκλοφορήσει το δεύτερο μέρος της τριλογίας, «Complete unknown», τίτλος-αναφορά στο γνωστό τραγούδι του Μπομπ Ντίλαν «Like a rolling stone». Η αφήγηση διαδραματίζεται ολόκληρη στην Αμερική, περιλαμβάνοντας ολόκληρη την «αμερικανική περίοδο» του Τζούμα, που ξεκίνησε με μια περιοδεία με την γνωστή χορογράφο Ζουζού Νικολούδη. Προδημοσιεύουμε ένα μικρό απόσπασμα:

Απόσπασμα
«Το αεροδρόμιο του Καράκας φαίνεται να απέχει αρκετά από την πόλη, όχι εξαιτίας κυκλοφοριακής συμφόρησης, αλλά επειδή ο οδηγός του πούλμαν μάς πάει σιγά, μιλώντας πού και πού στο μικρόφωνο σαν ξεναγός. Σε μια στροφή του έρημου χωματόδρομου, ανάμεσα σ’ ένα εργοτάξιο με εκσκαφείς, διαπλατύνσεις και παρακάμψεις, χυμένη στην πλαγιά ενός βρόμικου ρέματος μια παραγκούπολη λικνίζεται πολύχρωμη –φτιαγμένη από κουτιά ρέγκας, καφάσια και καντρόξυλα, απλωμένες μπουγάδες, ξυπόλυτα μικρά που πλατσουρίζουν σε λασπόνερα, δάσος από κεραίες τηλεοράσεων πάνω σε τσίγκινες στέγες–, περικυκλωμένη από μια αλάνα τίγκα σε αμερικάνικα αμάξια του πενήντα.
«Έχουν ιστορία αυτοί εδώ», γελάει ο οδηγός παίρνοντας το μικρόφωνο, σε κατανοητά λάτιν εγγλέζικα. «...Τώρα που θα μπούμε στην πόλη, θα δείτε κάτι τετραώροφες πολυκατοικίες με κόκκινα τούβλα και γκαζόν μπροστά, πολύ ωραίες, τις έφτιαξε η κυβέρνηση γι’ αυτούς της παραγκούπολης, επειδή από δω θα περάσει ο καινούργιος αυτοκινητόδρομος. Πήγανε λοιπόν κάνα δυο μήνες με τα ζώα τους, δεν τους άρεσε μέσα στην πόλη και ξαναγύρισαν πάνω στο ρέμα και τώρα έχουν σταματήσει τα έργα στο δρόμο γιατί δε φεύγουν», κλείνει γελώντας.
«Εμ, βέβαια», πετάει η Τρου, «ελευθερία και ξερό ψωμί».
«Αλλά και τηλεόραση και αμερικάνικα αμάξια», σχολιάζω.
«Αυτό πάλι τι σου λέει», κάνει γελώντας.
Κορναρίσματα και πλούσιες αλέες φαρδιών πεζοδρομίων, μπαρόκ ογκώδεις προσόψεις, υπαίθριοι μικροπωλητές και το βουνό με το τελεφερίκ πάνω απ’ την πόλη μάς μπάζουν στο Καράκας. Μπροστά μας χάνεται στον ορίζοντα η ατέλειωτη λεωφόρος Σαβάνα Γκράντε.

Το ξενοδοχείο, ευτυχώς, είναι κοντά στο δημοτικό τους θέατρο, όπου θα παίξουμε. «Ντάουν τάουν», μας τονίζει ο ρεσεψιονίστ, κι επίσης να έχουμε υπ’ όψιν μας ότι στους δρόμους εκεί γύρω γίνονται συμπλοκές και πέφτουν πυροβολισμοί ανάμεσα σε αστυνομικούς και αντάρτες, ακόμη και μέρα μεσημέρι.
«Τι αντάρτες;»
«Φοιτητές... έχουν εγκαταλείψει το πανεπιστήμιο, είναι κλειστό μήνες τώρα γιατί δε συμφωνούν με το σύστημα παιδείας και τέτοιες παλάβρες, κι έχουν πάρει τα βουνά... Κατεβαίνουν απροειδοποίητα και χτυπάνε όπου βρούνε... είναι επικίνδυνο, να προσέχετε...»
«Άλλο κι αυτό», ξεφυσάει ο Γιάννης.
«Εγώ είμαι με τους φοιτητές», φουντώνει ο Άγγελος, «και ο ρεσεψιονίστ είναι φασίστας... Και μου φαίνεται τζιναβωτή, θα το εξακριβώσω σύντομα».
Το αφράτο παρουσιαστικό του σκληραίνει σε ναζιστική απειλή.
«Βρε, τι λες κι εσύ», τον αποπαίρνει η Τρου, «τη δουλειά του κάνει ο άνθρωπος, απ’ τον τουρισμό ζει, τι φασίστας και πράσινα άλογα».
«Ναι, μωρέ, τη δουλειά του κάνει ο άνθρωπος», συμφωνεί ο Τάκης, «αλλά μπορεί να είναι και φασίστας», ολοκληρώνει με την ήσυχη εγρήγορσή του.
Γελάμε και φεύγουμε, όλοι μαζί καλού κακού, για την πρόβα στο θέατρο.

Είχαμε μόλις τελειώσει την απογευματινή πρόβα και κάτι λέγαμε με τη Ζουζού πάνω στη σκηνή για τους φωτισμούς, όταν την πήρε το μάτι μου στις κουΐντες. Λατινοαμερικάνα, γυναίκα με σφιχτό καμπυλωτό στητό κορμί, που τσίτωνε το κόκκινο ζέρσεϋ φόρεμά της. Πηγαίνοντας προς τα παρασκήνια, καρφωμένος στα πρασινομελιά μάτια της που χρυσίζουν, μίλησε πρώτη σε στρωτά αμερικάνικα.
«Με λένε Γκουντέλια, είδα την πρόβα σας, μ’ άρεσε και το μοντέρνο κομμάτι του φινάλε με την ηλεκτρονική μουσική... και τα πουλιά του Χαντζιντάκις και Ορέστεια που έκανε το Αιγκίστους».
«Αίγισθος, ναι, εγώ είμαι».
Φοράω ακόμη το ημίγυμνο κουστούμι από τη Γένεση του Αδάμη και πάμε προς το καμαρίνι μου.
«Μ’ άρεσε πολύ και όλο το γκρουπ, κι εγώ χορεύτρια είμαι. Έχουμε κι εμείς ένα γκρουπ που δουλεύουμε με παραδοσιακά και μοντέρνα κομμάτια με σύγχρονη ματιά», χαμογελάει. «Ξέρεις καθόλου το Καράκας;»
«Καθόλου, πρώτη φορά έρχομαι».
«Θέλεις να σ’ το δείξω;» με κοιτάζει στα μάτια.
«Με μεγάλη μου χαρά, μισό λεπτό ν’ αλλάξω, να κάνω ένα ντους».
Μπαίνω στο καμαρίνι ενθουσιασμένος.»

06/04/2009

Ιδού η Ρόδος...

■ Βρεθήκαμε το προηγούμενο Σαββατοκύριακο στη Ρόδο, καλεσμένοι του Δήμου Ροδίων και ειδικότερα του Διεθνούς Κέντρου Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου, ενός θεσμού που μετράει ήδη 13 χρόνια δράσης και προσφοράς.
■ Στην ημερίδα που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο, με θέμα «Τύπος και Βιβλίο», συμμετείχαν δημοσιογράφοι από σχεδόν όλες τις μεγάλες αθηναϊκές εφημερίδες, αλλά και συνάδελφοι από τη Ρόδο και το εξωτερικό. Μεταξύ των θεμάτων που συζητήθηκαν ήταν ο τρόπος παρουσίασης του βιβλίου στον Τύπο, η επιρροή που ασκούν οι εκδότες και η διαφημιστική αγορά, ο κομβικός ρόλος των εφημερίδων στην ενίσχυση της βιβλιοφιλίας και της αναγνωσιμότητας.
■ Το Διεθνές Κέντρο Συγγραφέων και Μεταφραστών είναι –μαζί με τον Σπίτι της Λογοτεχνίας στο χωριό Λεύκες της Πάρου– ο σημαντικότερος σχετικός θεσμός σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης. Το Κέντρο διαθέτει χώρο όπου στεγάζονται οι υπηρεσίες του, καθώς και χώρο με δυνατότητα φιλοξενίας επτά ατόμων, κοντά στο κέντρο της Ρόδου με επιβλητική θέα στη θάλασσα. Δικαίωμα παραμονής έχουν Έλληνες και αλλοδαποί, με τους αλλοδαπούς να αποτελούν μέχρι σήμερα τους συχνότερους επισκέπτες.
■ Παράλληλα, οργανώνει δράσεις, ομιλίες, εκδηλώσεις, εργαστήρια δημιουργικής γραφής, αλλά και εκδίδει περιοδικό και βιβλία. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στον σημερινό πρόεδρο του Κέντρου, καθηγητή στο πανεπιστήμιο Αιγαίου, Αναστάσιο Κοντάκο, ο οποίος φαίνεται να έχει ξεκάθαρο όραμα για την πορεία του θεσμού στο μέλλον, σε συνδυασμό με τη σπάνια για ανθρώπους που αναλαμβάνουν διοίκηση ευρυμάθεια και διάθεση προσφοράς.
■ Ωστόσο, θα ήταν άδικο αν δεν σημειώναμε ότι τίποτε από τα παραπάνω δεν ήταν δυνατό χωρίς τη συγκατάθεση και τη συνδρομή του Δημάρχου Ροδίων Χατζή Χατζηευθυμίου. Στις μέρες μας, χρειάζεται σθένος για να επενδύεις (και οικονομικά) σε δράσεις και θεσμούς με μακροχρόνιο ορίζοντα.
■ Ο Πέτρος Τατσόπουλος έγινε πρόσφατα μπαμπάς για δεύτερη φορά (ο γιος του είναι ήδη σε ηλικία ρίψης μολότοφ). Εμπνευσμένος προφανώς από τα πάθη και τις χαρές της πατρότητας, έγραψε το πρώτο του παιδικό βιβλίο, με τίτλο «Ο Σίσυφος στο μπαλκόνι» (Μεταίχμιο).
■ Ο Σίσυφος είναι γάτος, άτακτος και πονηρός, και φοράει κόκκινο κασκόλ. Επιπλέον, παρότι μεσήλικας όπως κι ο συγγραφέας, διατηρεί χαριτωμένη αφέλεια κι ενστικτώδη καχυποψία προς τους σκύλους. Εκτός από το μπαλκόνι, συχνάζει πλέον και στα βιβλιοπωλεία.
■ Οι εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα» και ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του Αμερικάνικου Κολλεγίου Ελλάδος (Pierce College) διοργανώνουν εκδήλωση με θέμα «Η Διδασκαλία της λογοτεχνίας στην εκπαίδευση και ο ρόλος της στη σχέση των νέων με το βιβλίο». Θα μιλήσουν οι Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Γιάννης Παρίσης, Παναγιώτης Βασιλόπουλος και Αιμιλία Καραλή. Τη Δευτέρα, στις 19.00, στο θέατρο του Κολλεγίου Pierce, Γραβιάς 6, Αγία Παρασκευή.
■ Οι Εκδόσεις Παπαζήση παρουσιάζουν το βιβλίο του Niyazi Kizil Yurek «Οι Τουρκοκύπριοι, η Τουρκία και το Κυπριακό». Θα μιλήσουν οι Αλέξης Ηρακλείδης, Σία Αναγνωστοπούλου και Τάκης Χατζηδημητρίου. Τη συζήτηση θα συντονίσει ο Μιχάλης Μορώνης. Την Πέμπτη, στις 12.30, στο Βιβλιοπωλείο Ιανός, Σταδίου 24.
■ Το Ινστιτούτο Δημοκρατίας «Κωνσταντίνος Καραμανλής» και οι εκδόσεις Καστανιώτη παρουσιάζουν το σημαντικό βιβλίο του Φρίντιχ Α. Ζάγεκ «Το σύνταγμα της ελευθερίας». Θα μιλήσουν οι Μαριέττα Γιαννάκου, Γεράσιμος Αρσένης, Δημήτρης Ποταμιάνος, Αριστείδης Χατζής, Γιώργος Άρχοντας. Tον συντονισμό θα κάνει ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος. Αύριο, Δευτέρα, στις 18.00, στην αίθουσα του Παλαιού Xρηματιστηρίου Aθηνών, στη Σοφοκλέους.

31/03/2009

Τατιάνα Αβέρωφ, "Θράσος"

Πώς να μιλήσει κανείς για την εφηβεία; Πώς να μιλήσει κανείς για την τρέλα; Η εφηβεία, όπως και η τρέλα, είναι μεταιχμιακές καταστάσεις. Πώς να μιλήσεις γι’ αυτές μέσα από μια γλώσσα κατασταλαγμένη, δεδομένη, τακτο-ποιημένη; Από την άλλη, αν αφήσεις την εφηβεία να μιλήσει για τον εαυτό της, ή την τρέλα αντίστοιχα, κινδυνεύεις να πέσεις στο παραλήρημα, στο κενό, στο άγχος που ενυπάρχει. Αυτό ήταν ίσως το μεγαλύτερο δίλημμα που είχε να αντιμετωπίσει η Τατιάνα Αβέρωφ σε τούτο το τέταρτο πεζογραφικό της έργο, το οποίο συνιστά ταυτόχρονα μια τομή στη μέχρι σήμερα δουλειά της.
Ήρωας του βιβλίου είναι ένας 16χρονος, ο οποίος με το ψευδώνυμο «Θράσος» ξανοίγεται σε διαδικτυακές περιπέτειες, υιοθετώντας την ταυτότητα ενός 26χρονου δικηγόρου, απελευθερωμένου, αυτοδημιούργητου. Απέναντί του, στην άλλη πλευρά του διαδικτυακού χάους, εμφανίζεται κάποια «Μαριάννα», «φοιτήτρια», «όμορφη», αγνώστων λοιπών στοιχείων. Έτσι, ένας παράξενος διαδικτυακός εφηβικός έρωτας ξεκινάει, με όλη την ανασφάλεια, τα σκιρτήματα, τη θολούρα της ηλικίας – συν την αβεβαιότητα για την ταυτότητα του άλλου που δημιουργεί το ίδιο το μέσο.
Γύρω του, μια οικογενειακή γαλήνη που τρίζει, ένας παππούς που δοκιμάζει τις αντοχές του, διδάσκοντάς τον δίχως ο «Θράσος» να το αντιλαμβάνεται, και βεβαίως η ευαίσθητη φιλόλογός του, η κυρία Μαυρίδου, που τον καθοδηγεί με κινήσεις προσεκτικές, του ανοίγει πόρτες, του κάνει ενέσεις αυτοπεποίθησης. Υπάρχει βέβαια και ο οικογενειακός σκύλος, ο Πούτσι, στην κυριολεξία ο καλύτερος φίλος του, αλλά και ο Κλάξος, ο συμμαθητής-πρότυπο στα ανδραγαθήματα και στις ερωτικές επιδόσεις, ο μύθος του οποίου σύντομα θα καταρρεύσει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.

«Όλα περνάνε και χάνονται»
Η Αβέρωφ θεματοποιεί τη νέα επικοινωνιακή συνθήκη του διαδικτύου και των νέων μέσων, με όλα όσα φέρει μαζί της: Τις ρευστές, επινοημένες ταυτότητες, την κρυπτονυμία, την ανωνυμία, τις εύκολες γνωριμίες, τα αμήχανα ραντεβού στα τυφλά, τις αποκαλύψεις. Αλλά και την τόσο ιδιαίτερη ψυχολογία ενός αναγνωρίσιμου εφήβου, που μεταπηδά από τον αυτοθαυμασμό στις αυτολύπηση από τη μια στιγμή στην άλλη. Γλώσσα κοφτή, σπαρταριστή, ασθματική, νεανική χωρίς υπερβολές, που καταφέρνει να είναι άμεση και καυστική, δίχως να εκπίπτει στον μιμητισμό ή σε μεγαλίστικες υπερβολές. Χρησιμοποιεί τη μορφή της ημερολογιακής καταγραφής, παρακολουθώντας τις μεταπτώσεις του ήρωά της μέρα τη μέρα, καθώς επιχειρεί το άλμα του πάνω από τα κενά μιας γεμάτης αβεβαιότητες ενηλικίωσης.
Το νέο βιβλίο της Τατιάνας Αβέρωφ εκπλήσσει με τη θεματολογία του και τους εκφραστικούς του χυμούς. Είναι σύγχρονο, συγχρονισμένο, παιχνιδιάρικο. Έχει ρυθμούς, χυμούς, πετάγματα. Χωρίς διδακτισμούς και αχρείαστους συναισθηματισμούς, μας δίνει μια από τις πιο πειστικές εκδοχές της εφηβείας που έχουμε διαβάσει τα τελευταία χρόνια.

Απόσπασμα
«Θα της πω πως είμαι ο μικρός μου αδελφός. Ναι, πως κάτι μου έτυχε κι έστειλα εμένα στη θέση μου, για να μην τη στήσω. Πως χάλασε όμως και ο υπολογιστής θα πρέπει να της πω, γι’ αυτό δεν μπόρεσα να επικοινωνήσω. […] Και θα την κεράσω καφέ, ουίσκι, γλυκό – ό,τι τραβάει η όρεξή της, εντολή του Θράσου θα της πω, για να ζητήσει συγνώμη και να της πει πόσο λυπάται που δεν είναι εδώ μαζί της. Και θα μου χαρίσει ένα χαμόγελο και θα καθίσουμε σ’ ένα σεπαρέ και θα ‘χω λίγη ώρα μαζί της να τη γοητεύσω, και να την κλέψω από τον αδελφό μου, που είναι πολυάσχολος έτσι κι αλλιώς, καλό παιδί αλλά μονόχνοτος, στα δικαστήρια όλη μέρα και κολλημένος σ’ έναν υπολογιστή, δεν προλαβαίνει να ζήσει τη ζωή του, ενώ εγώ…» (σ. 40)

27/03/2009

Οι Γιάλομ στην Αθήνα

■ Οι Γιάλομ επιτίθενται! Με την ευκαιρία της ομιλίας του γνωστού ψυχοθεραπευτή και συγγραφέα στο Μέγαρο Μουσικής μεθαύριο, στην Αθήνα θα βρεθεί και η γυναίκα του, Μέριλυν, επίσης ερευνήτρια και συγγραφέας.
■ Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Διάλεξη με θέμα «Με το βλέμμα στον ήλιο: ξεπερνώντας τον τρόμο του θανάτου», βασισμένη στο υλικό του τελευταίου του βιβλίου «Στον κήπο του Επίκουρου» (Άγρα), θα δώσει την Τρίτη, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων Megaron Plus, ο Ίρβιν Γιάλομ. Είσοδος ελεύθερη, με δελτία προτεραιότητας.


■ Την διάλεξη θα προλογίσει ο επίκουρος καθηγητής Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιάννης Ζέρβας, εκ των μεταφραστών, μαζί με την Ευαγγελία Ανδριτσάνου, όλων των βιβλίων του Γιάλομ στα ελληνικά.
■ Μια μέρα νωρίτερα, σε ταπεινότερο χώρο, θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση αφιερωμένη στην Μέριλυν Γιάλομ, με αφορμή την έκδοση δύο βιβλίων της στην Ελλάδα. Πρόκειται για τα «Η γέννηση της βασίλισσας του σκακιού», που βγήκε πριν κάνα χρόνο περίπου, και του «Ο καιρός των καταιγίδων – Η Γαλλική Επανάσταση στη μνήμη των γυναικών», το οποίο μόλις κυκλοφόρησε. Θα προλογίσουν οι Χρυσή Ιγγλέση και Δήμητρα Τζανάκη. Στις 20.00, στη Στοά του Βιβλίου.
■ Δεν ανήκουμε σε εκείνους που σνομπάρουν τον Ίρβιν Γιάλομ. Τα βιβλία του είναι καλογραμμένα και χρήσιμα αναγνώσματα, κι έχει βοηθήσει αρκετά ώστε να αποκτήσουν οι ιδέες γύρω από την ψυχανάλυση και τις πρακτικές της ένα πολύ μεγαλύτερο κοινό στη χώρα μας. Τα βιβλία του δεν εκχυδαΐζουν το θέμα τους, ούτε κι εκβιάζουν το συναίσθημα του αναγνώστη. Αυτά τα διευκρινιστικά, για όσους νομίζουν –χωρίς, βέβαια, να τον έχουν διαβάσει– ότι ο Γιάλομ είναι ένας Πάολο Κοέλιο των Ψι.
■ Πέραν τούτων, έχουμε κι έναν άλλο λόγο, όχι λιγότερο σημαντικό, που χαιρόμαστε με την επιτυχία του στη χώρα μας: Η καλή πορεία των βιβλίων του έχει δώσει στις εξαιρετικές εκδόσεις Άγρα, που τον εκδίδουν κι αυτόν και τη γυναίκα του κατ’ αποκλειστικότητα, αέρα στα πανιά τους. Έτσι, για κάθε Γιάλομ που πουλιέται, βγαίνει στην κυκλοφορία ένας Πετράρχης, ένας Sebald, ένας Γιάννης Ρίτσος, κι ένα σωρό άλλα θαυμάσια και όχι ιδιαίτερα εμπορεύσιμα βιβλία.
■ Το καινούργιο μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι» (Πατάκης) παρουσιάζεται την Παρασκευή, στη Σταδίου. Με το συγγραφέα συνομιλεί η δημοσιογράφος Εριφύλη Μαρωνίτη. Αποσπάσματα διαβάζουν οι ηθοποιοί Περικλής Λιανός και Όλγα Νικολαΐδου. Στις 21.00, στο βιβλιοπωλείο IANOS.
■ Στον κινηματογράφο μεταφέρεται το τελευταίο μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου «Για να δει τη θάλασσα» (Καστανιώτης). Έπειτα από την πολύ καλή πορεία του στα βιβλιοπωλεία, η περιπέτεια της γυναίκας που προσπαθεί να ξαναβρεί τον εαυτό της μέσα από τις οσμές και τις γεύσεις ενός ταπεινού μαγειρείου στον Κολωνό γίνονται υλικό στα χέρια της γνωστής σκηνοθέτριας Αγγελική Αντωνίου.
■ Η Αγγελική Αντωνίου έχει γυρίσει έξι ταινίες μεγάλου μήκους. Η τελευταία της ταινία «Eduart συμμετείχε σε πάνω από 40 διεθνή φεστιβάλ και απέσπασε συνολικά 18 βραβεία.
■ Αφιερωμένη στον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη είναι η νέα «Οδός Πανός» του Γιώργου Χρονά. Μπόνους του τεύχους ένα cd με την Καροφυλιά Καραμπέτη να επιλέγει και να διαβάζει ποιήματά του. Plus ένα τραγούδι από τον Ηλία Λιούγκο.
■ Το «Post Media», διμηνιαία έκδοση με πρωτότυπο layout και την ιδιαιτερότητα να μην δέχεται καθόλου διαφημίσεις στις σελίδες της, έκανε το δεύτερο βήμα της. Εκδότης, ο Νίκος Χατζόπουλος, των εκδόσεων «Οξύ», και διευθυντής ο «δικός μας» Μανώλης Ανδριωτάκης. Αφιέρωμα τεύχους: «Το σκάνδαλο των διαφημιστικών πινακίδων». Τιμή τεύχους, 9 ευρώ.
■ Το να βγαίνει, στην εποχή μας, ένα περιοδικό κόβοντας εξαρχής τον ομφάλιο λώρο που συνδέει τα έντυπα με τη διαφημιστική αγορά είναι σε κάθε περίπτωση ακραία ιδέα. Καλή ή κακή, ο χρόνος θα δείξει, αφού σκοπός κάθε εντύπου είναι, καταρχάς, να επιβιώσει. Εμείς ευχόμαστε –εννοείται– μακροημέρευση.

20/03/2009

«Ψηφίδες άτακτης σκέψης»

■ Ο Δεκέμβρης που μας πέρασε δεν τελειώνει εύκολα. Κι όχι μόνο λόγω των γνωστών «ατάκτων» που συνεχίζουν την εξέγερσή τους, όπως την κατανοούν αυτοί, μα κυρίως λόγω του πρωτοφανούς πλούτου σκέψης και ανάλυσης που πυροδότησε.
■ Στο νέο τεύχος του περιοδικού «Σύγχρονα θέματα», μιας έκδοσης «επιστημονικού προβληματισμού και παιδείας» που εκδίδουν οι πανεπιστημιακοί Νίκος Αλιβιζάτος, Γρηγόρης Ανανιάδης και Στέφανος Πεσμαζόγλου, διαβάζουμε τον πολύ ενδιαφέροντα «φάκελο» που τιτλοφορείται «#griots», με υπότιτλο «Ψηφίδες άτακτης σκέψης».
■ «Ας ακούσουμε την εποχή μας μέσα από την ετεροφωνία και την κακοφωνία της αντί να της στρέψουμε τα νώτα… Ας αξιοποιήσουμε τη διαταρακτική της δύναμη ως πηγή ανανέωσης της δικής μας σκέψης, μια ανανέωση που επιβάλλεται ως προϋπόθεση κατανόησης των βαθιών πολιτισμικών και κοινωνικών διεργασιών».
■ Διαφωνεί κανείς;
■ Η ιδιαιτερότητα της προσέγγισης έχει να κάνει με την προσπάθεια να καταγραφούν τα πολλαπλά ίχνη των γεγονότων του Δεκέμβρη στο διαδίκτυο. Τόσο μέσα από τα πολυάριθμα blogs, ειδησεογραφικά και άλλα, που «αναμετέδιδαν» σχεδόν σε πραγματικό χρόνο πολλά από τα τεκταινόμενα στο κέντρο της Αθήνας, αλλά και από τους διαλόγους επισκεπτών των ιστοσελίδων τω free press περιοδικών.
■ Ειδικό κεφάλαιο αφιερώνεται στον τρόπο με τον οποίο καλύφτηκαν τα γεγονότα από τα λεγόμενα πατριωτικά blog – στο διαδίκτυο ευδοκιμούν ουκ ολίγα από αυτά, λειτουργώντας ως ο αντίπαλος πόλος στα πολυάριθμα αναρχοεναλλακτικά δίκτυα.
■ Στις τελευταίες σελίδες του περιοδικού μπορεί να διαβάσει κανείς κείμενα και αναλύσεις από γνωστούς ακαδημαϊκούς –Χρήστος Λυριντζής, Γιάννης Παπαθεοδώρου, Δημήτρης Χριστόπουλος, κ.ά.–, τόσο για «τα δεκεμβριανά», όσο και για πιο ειδικά ζητήματα που ανακύπτουν τελευταία με μεγάλη ένταση, όπως το πανεπιστημιακό άσυλο.
■ Δεν ξέρουμε πότε συντάχτηκε το τεύχος, ούτε πόσο κοντά στο Δεκέμβρη ή στις μέρες μας γράφτηκαν τα κείμενα. Πάντως, ορισμένα μοιάζουν να μην έχουν λάβει ιδιαίτερα υπόψη τους ούτε τη μαζική νέα εμφάνιση μιας υστερικής και δίχως ιδεολογικό υπόβαθρο τρομοκρατίας, ούτε και τις πολλαπλασιαζόμενες καταδρομικές επιδρομές στο κέντρο της Αθήνας και αλλού.
■ Αντιγράφουμε από το διαυγές και ιδιαίτερα τολμηρό κείμενο «Αθέατος Δεκέμβρης» του Γιάννη Παπαθεοδώρου: «Η τυφλή και ανεξέλεγκτη βία του Δεκέμβρη ήταν η πιο επιτυχημένη υπερπαραγωγή της νεοφιλελεύθερης διαπαιδαγώγησης των νέων πολιτικών υποκειμένων. […] Αυτό το νεολαιίστικο υποσύνολο που τραυλίζει αριστερίστικα συνθήματα και λειτουργεί ως "α-κοινωνικό παρακράτος" είναι ένας νέος ιδεολογικός αντίπαλος. Ένας αντίπαλος που φέρει εμπράκτως, στη συμπεριφορά του, τις εγγραφές του πιο άγριου, του πιο ανορθολογικού ατομισμού.»
■ Αφιερωμένη στον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη η νέα «Οδός Πανός». Μπόνους του τεύχους cd με την Καροφυλιά Καραμπέτη να επιλέγει και να διαβάζει ποιήματα του αγαπημένου ποιητή. Plus ένα τραγούδι από τον Ηλία Λιούγκο.
■ Νέο περιοδικό από τον «δαιμόνιο» Ντίνο Σιώτη. Το «Poetix» θα βγαίνει με τη στήριξη των εκδόσεων Gutenberg, οι οποίες τελευταία, με τη δραστηριοποίηση και του γιου του Γιώργου Δαρδανού, του Κώστα, ξανοίγονται σε ποικίλα πεδία της ποιοτικής λογοτεχνίας. Μερικά από τα ονόματα που συμμετέχουν στο πρώτο τεύχους του «Poetix»: Νάνος Βαλαωρίτης, Γιάννης Βαρβέρης, Νατάσα Χατζιδάκι, Γιάννης Ευσταθιάδης.
■ Παράλληλα, τα «(δε)κατα», το έτερο περιοδικό για την ποίηση που εκδίδει ο Σιώτης, έφτασε αισίως στο 17ο τεύχος. Με θαυμάσιο εξώφυλλο, οικολογιών ευαισθησιών. Να τα κατοστήσει!
■ Υποψήφιες για βραβείο είναι οι εκδόσεις Πατάκη, αλλά αυτή τη φορά όχι για κάποιο από τα βιβλία τους. Ο λόγος για το νέο τους κτίριο στην Πειραιώς, της αρχιτέκτονα Αλεξάνδρα Καλλίρη, το οποίο είναι υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Αρχιτεκτονικής Mies van der Rohe 2009 και για το Ελληνικό Βραβείο Αρχιτεκτονικής 2008 του Ελληνικού Ινστιτούτου Αρχιτεκτονικής.
■ Σε ό,τι αφορά τα εκδοτικά, 377 βιβλία κυκλοφόρησαν συνολικά μες στη χρονιά από τον Πατάκη, 158 από τα οποία είναι παιδικά. Το νούμερο αυτό διατηρεί τον Πατάκη στις πρώτες θέσεις στον εκδοτικό χώρο, από άποψη μεγέθους παραγωγής. Πιο καλοπουλημένο βιβλίο του οίκου αναδεικνύεται, με 70.000 αντίτυπα, το «Όλα σου τα έμαθα μια ξέχασα μια λέξη» του Δημήτρη Μπουραντά. Πάντα τέτοια.

18/03/2009

Φώτης Γεωργελές, "Νυχτερινές πτήσεις"

Δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο Φώτης Γεωργελές διετέλεσε κατά καιρούς διευθυντής σε γνωστά έντυπα, με σημαντικότερα το «ΚΛΙΚ» και την πρωτοπόρα για τα ελληνικά δεδομένα free press εφημερίδα «Athens Voice». Αποτέλεσε και αποτελεί, μαζί με δυο τρεις ακόμη «πένες», έναν από τους ισχυρότερους γνωμοδιαμορφωτές της τελευταίας δεκαπενταετίας, ειδικότερα σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη νεανική κουλτούρα και την μητροπολιτική συνείδηση. Στα θετικά της πολύπλευρης παρουσίας του πιστώνεται η διακριτική του αποχή από την τηλεοπτική δημοσιότητα, καθώς και η πολύπλευρη δημιουργικότητά του, που εκφράστηκε και στα τέσσερα μέχρι σήμερα βιβλία του. Το ένα από αυτά, το κόμικ «Luna» (Λιβάνης), σε εικονογράφηση του Φώτη Πεχλιβανίδη, είχε μάλιστα και διεθνή καριέρα, σε Αγγλία και Αμερική.
«Νυχτερινές πτήσεις» ήταν ο τίτλος ενός άρθρου του Γεωργελέ στο περιοδικό «ΚΛΙΚ» το 1997, στο οποίο περιέγραφε πόσο του άρεσε, κατά το απόβραδο, να κάνει μια μεγάλη βόλτα με το αυτοκίνητο στις παρυφές της πόλης, ένα είδος «αδειάσματος» του μυαλού έπειτα από μια μέρα γεμάτη εντάσεις και φρενήρεις ρυθμούς. Κάτω από τον ίδιο τίτλο συγκέντρωσε πρόσφατα 42 κείμενα, όλα τους ήδη δημοσιευμένα σε διάφορα έντυπα, με θέμα τους τα ταξίδια. Ταξίδια στο χώρο, αφού πολλά από αυτά μας μεταφέρουν στις τέσσερις γωνιές του κόσμου –Παρίσι, Μπουένος Άιρες, Νέα Υόρκη, Αβάνα, Ρίο ντε Τζανέιρο, Λευκωσία, Σάο Πάολο, Τέξας, Αττάλεια, Καστελόριζο, είναι ορισμένες από αυτές– αλλά και δίπλα μας, στην Αίγινα, στην Κυψέλη, ή σε κάποιο απρόσμενο σημείο της Εθνικής Οδού. Την ίδια στιγμή, είναι ταξίδια στο χρόνο, στην παιδική ηλικία, στα παιχνίδια στη Φωκίωνος Νέγρη, τα σχολεία, τις παρέες, τις κάθε λογικές νεανικές περιπέτειες. Αλλά και ταξίδια στον κόσμο της φαντασίας, ταξίδια επί χάρτου. Όπως λέει κάπου ο ίδιος: «Για μένα τα μεγαλύτερα έργα τέχνης είναι οι χάρτες».
Σε ένα άλλο επίπεδο, τα κείμενα του Γεωργελέ ξεχωρίζουν από παρόμοιες αφηγήσεις, διότι στο βάθος αποτελούν στοχαστικές περιηγήσεις πάνω στα φαινόμενα της κουλτούρας, των νοοτροπιών, της urban ανθρωπολογίας. Τραγούδια, ταινίες, δρόμοι και πλατείες, συνθέτουν ένα μεγάλο παζλ αναπόλησης και παρατήρησης, που διανοίγει ποικίλους δρόμους στη σκέψη χωρίς να κραυγάζει ευρυμάθεια ή «θεωρητική» κατάρτιση – η οποία ωστόσο δεν απουσιάζει.


Γλώσσα κοφτή, ασθμαίνουσα, περιγραφική, μοιάζει να προσπαθεί να συλλάβει το ασύλληπτο, τη ρευστότητα και την ταχύτητα της σύγχρονης μεγαλούπολης, να δει πίσω και πέρα από ταμπέλες, ταυτότητες, «φυλές». Στο βάθος, βέβαια, όλων αυτών των μετατοπίσεων του βλέμματος βρίσκεται η γενέθλια πόλη, η πόλη της παιδικής ηλικίας και της ωριμότητας, αρχή και τέλος κάθε ταξιδιού, η Αθήνα. Ο Φώτης Γεωργελές έχει γράψει, και συνεχίζει να γράφει, μερικά από τα πιο πυκνά και «αγαπησιάρικα» κείμενα για τη σύγχρονη Αθήνα, τους υπόγειους χάρτες της, τα ρεύματα που τη δονούν. Τα κείμενα δεν συνοδεύονται από την ημερομηνία της συγγραφής τους, εικάζουμε από τη θεματολογία τους ότι ακολουθούν σε γενικές γραμμές χρονολογική σειρά, ωστόσο το εντυπωσιακό είναι ότι τα περισσότερα συνομιλούν με το σήμερα λες και γράφτηκαν χθες. Και «το ταξίδι της ζωής συνεχίζεται».

13/03/2009

Ανησυχητικά ερωτήματα

■ «Τι συνέβη τον Δεκέμβριο του 2008;» Ο τίτλος του αφιερώματος της τελευταίας «Νέας Εστίας». Διανοούμενοι, δημοσιογράφοι, συγγραφείς δίνουν τη δική τους απάντηση.
■ Ξεχωρίζουμε το κείμενο του διευθυντή του περιοδικού, του Σταύρου Ζουμπουλάκη, όχι μονάχα για την ψυχραιμία και τη διεισδυτικότητα που χαρακτηρίζουν τις αναλύσεις του, αλλά κι επειδή έχοντας εργαστεί για πολλά χρόνια στην εκπαίδευση έχει βαθιά γνώση της παθογένειας του ελληνικού σχολείου.
■ Από το άρθρο του «Τέσσερεις σημειώσεις για το σχολείο», αντιγράφουμε λίγες φράσεις του Jaime Semprun: «Όταν ο οικολόγος πολίτης ισχυρίζεται ότι θέτει το πιο ενοχλητικό ερώτημα: ποιον κόσμο θα αφήσουμε στα παιδιά μας;, αποφεύγει να θέσει ένα άλλο πραγματικά ανησυχητικό ερώτημα: Σε τι είδους παιδιά θα αφήσουμε τον κόσμο;»
■ Καινούργιο τεύχος και από έτερο περιοδικό κριτικής και σκέψης, του «Κ», που διευθύνει ο Αλέξης Ζήρας σε συνεργασία με ομάδα γνωστών κριτικών και συγγραφέων. Ξεχωρίζει, λόγω του μεγέθους του και της υψηλής στόχευσης, το κείμενο του Ζήρα «Ταυτότητες και ετερότητες στην ελληνική πεζογραφία μετά το 1975».
■ Πλούσια και ιδιαίτερα ερεθιστική η καινούργια «Νέα Συντέλεια», το περιοδικό που διευθύνουν οι Νάνος Βαλαωρίτης και Ανδρέας Παγουλάτος. Στο τεύχος, ξεχωρίζει το αφιέρωμα στην οικολογία, και τα πολλά ανέκδοτα ποιήματα ορισμένων από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές.
■ Επίσης, προσφέρεται σε ξεχωριστή έκδοση ανθολογία ποιημάτων του αμερικανού ποιητή Lawrence Ferlingheti, καθώς και έξι διηγήματα τριών μεγάλων βραζιλιάνων συγγραφέων. Τέλος, την έκδοση συνοδεύει cd με κομμάτια μελοποιημένων ποιημάτων. Από τις εκδόσεις «Άγκυρα».
■ Το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων διοργανώνει στον εκθεσιακό του χώρο έκθεση αφιερωμένη στο μεγάλο Έλληνα συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη. Την έκθεση εγκαινίασε την Πέμπτη ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, κύριος Κάρολος Παπούλιας και θα διαρκέσει έως και το Σεπτέμβριο.


■ Παρουσίαση του τρίτομου έργου «Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον 20ο αιώνα», μια έκδοση του ιδρύματος «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής». Θα μιλήσουν οι Εμμανουήλ Ρούκουνας, Χρυσή Καρύδη, Kevin Featherstone. Συντονίζει ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος. Τετάρτη, στις 12.00, στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής.
■ Ομοίως, στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής, την Πέμπτη, στις 19.00, παρουσιάζεται το λεύκωμα «Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου – Αιτωλικού». Πρόκειται για μια έκδοση του ΥΠΕΧΩΔΕ, σε συνεργασία με τον φορέα «Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου». Θα μιλήσουν οι Ιωάννης Αναγνωστόπουλος, Ιωάννης Γεροθανάσης, Αθανάσιος Παλιούρας, Χάρης Κοκκώσης.
■ Επίσης, παρουσιάζεται το βιβλίο του συγγραφέα-δημοσιογράφου Γιώργου Δουατζή «Μην φεύγετε, κύριε Ευχέτη» (Λιβάνης). Θα μιλήσουν οι Κώστας Γεωργουσόπουλος, Νίκος Κουτσιανάς, Νίκος Κωνσταντόπουλος, Απόστολος Μπενάτσης και Κώστας Σκανδαλίδης. Παρασκευή, στις 18.00, στο βιβλιοπωλείο «Ιανός».
■ Τις επόμενες μέρες κυκλοφορεί το νέο βιβλίο της Τατιάνας Αβέρωφ «Θράσος» (Κέδρος). Το ημερολόγιο ενός εφήβου που επιχειρεί τη μεγάλη του έξοδο στη ζωή. Στην παρουσίασή του θα μιλήσουν οι συγγραφείς Λένα Διβάνη και Κώστας Κατσουλάρης. Αποσπάσματα θα διαβάσει ο Νέστωρ Κοψιδάς. Την Τετάρτη, στις 20.00, στη Στοά του Βιβλίου.
■ Ο Πέτρος Μάρκαρης θα βρίσκεται την επόμενη Κυριακή στο «Τρένο στο Ρουφ» της Τατιάνας Λύγαρη, για να συνομιλήσει με αναγνώστες του. Οι ενδιαφερόμενοι κλείστε τις θέσεις σας εγκαίρως.
■ Η μελέτη της Βασιλικής Δημητριάδου «Η Άκρα Δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης» (Καστανιώτης) παρουσιάζεται στο Κέντρο Λόγου και Τέχνης των εκδόσεων Καστανιώτη, στη Θεμιστοκλέους. Θα μιλήσουν οι Νίκος Δεμερτζής, Ηλίας Νικολακόπουλος και Νίκος Τζαβάρας.
■ Κείμενο συμπαράστασης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα δημοσιεύτηκε πριν από λίγες εβδομάδες στη «Λιμπερασιόν» με πρωτοβουλία του ψυχαναλυτικού περιοδικού «αληthεια» (Πατάκης). Πράξη συμπαράστασης απέναντι σε μια «στυγερή απόπειρα δολοφονίας [η οποία] εγκαλεί την ευαισθησία και τη δημοκρατική ευθύνη κάθε πολίτη.»
■ Αλλά και το περιοδικό ιστορικού προβληματισμού «Historein» διοργανώνει σχετική εκδήλωση με τίτλο «Από την αφάνεια της επισφαλούς "γυναικείας εργασίας"». Αύριο Δευτέρα, στις 18.30, στο Αμφιθέατρο «Ντε Κύρικο» της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών.

09/03/2009

Εντελώς άγνωστος

■ Δύο σημαντικά βιβλία για την κατανόηση του σταλινικού καθεστώτος κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Πάπυρος. Πρόκειται για το περίφημο «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» του νομπελίστα Αλεξάντρ Σολζενίτσιν και για το επίσης περίφημο «Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς», του ιδίου.
■ Το δεύτερο συνοδεύεται από το κείμενο της ομιλίας του συγγραφέα τη βραδιά της απονομής του Νόμπελ. Και τα δύο μαζί προσφέρονται για δώρο, ειδικά για όσους πιστεύουν ακόμη ότι «γκουλάγκ» είναι καυτερή ρωσική σπεσιαλιτέ.
■ Μια ακόμη σημαντική έκδοση, αυτή τη φορά από τις εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί. Πρόκειται για το «Πολ Ποτ – Η ανατομία ενός εφιάλτη» του δημοσιογράφου Philip Short, μια μελέτη 700 σελίδων σχετικά με τη χειρότερη δικτατορία που γνώρισε ο πλανήτης τον 20ο αιώνα.
■ Στην Καμπότζη των Ερυθρών Χμερ, ανάμεσα στα 1975 και 1979, εξοντωθήκαν 2.000.000 καμποτζιανοί. Νούμερο συγκλονιστικό, αν λάβει κανείς υπόψη ότι η χώρα δεν βρισκόταν σε πόλεμο, ούτε καν σε εμφύλιο.
■ Καμιά φορά, απ’ ό,τι φαίνεται, το μόνο που χρειάζεται είναι ακλόνητη πίστη σε μια ανόητη ιδέα: «Αρκεί ένα εκατομμύριο καλοί επαναστάτες για να οικοδομήσουμε τη χώρα μας. Δεν χρειαζόμαστε του υπόλοιπους. Προτιμάμε να σκοτώσουμε δέκα αθώους παρά να αφήσουμε ζωντανό έναν εχθρό», διακήρυτταν οι Χμερ.
■ Ο Πολ Ποτ, αντίθετα από τον Στάλιν, δεν έχει αφήσει σημαντική ιδεολογική παρακαταθήκη. Ίσως στο επόμενο συνέδριό τους οι σύντροφοι του Περισσού βρουν έναν καλό λόγο και για τον φεγγαροπρόσωπο ηγέτη από την Καμπότζη.
■ Την ετήσια εκδήλωσή της διοργανώνει η Εταιρεία Συγγραφέων στο νεοκλασικό κτίριο του Public (Πλ. Συντάγματος). Την Τρίτη, 10 Μαρτίου, στις 19.30.
■ Στην εκδήλωση, μεταξύ άλλων, θα απονεμηθεί το βραβείο της Εταιρείας (βραβείο «Διδώ Σωτηρίου») στον σημαντικό κριτικό και θεωρητικό της λογοτεχνίας Δημήτρη Ραυτόπουλο.
■ Ο Δ. Ραυτόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1924. Συμμετείχε στην Αντίσταση και τραυματίστηκε βαριά κατά τα Δεκεμβριανά. Μετείχε στην ιδρυτική ομάδα και στη συντακτική επιτροπή του ιστορικού περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης» (1954-1967).
■ Υπήρξε συντάκτης στο Λεξικό Κυρίων Ονομάτων του Pétit Robert κι έγραψε περίπου χίλια λήμματα για την Ελλάδα, την ιστορία και τον πολιτισμό της, ενώ πέρυσι ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου.
■ Σημαντικότερα έργα του, «Τέχνη και εξουσία» (Καστανιώτης), «Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος» (εκδ. Σοκόλη - Κρατικό βραβείο δοκιμίου-κριτικής) και «Αναθεώρηση Τέχνης - Η Επιθεώρηση Τέχνης και οι άνθρωποί της» (εκδ. Σοκόλη).
■ Παρουσίαση του βιβλίου «Η μαρτυρική νήσος κύναιδος» του Δημήτρη Τζουμάκα και της ποιητικής συλλογής «Χωρίσεμεις» του Δημήτρη Αθηνάκη. Και τα δύο από τις εκδόσεις «Κοινωνία των (δε)κάτων». Την Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009, στις 18.00. Στον Ιανό.
■ Κυκλοφορεί, αρχές Απρίλη, το δεύτερο μέρος της αυτοβιογραφικής τριλογίας του Κωνσταντίνου Τζούμα «Ως εκ θαύματος». Τίτλος του δεύτερου μέρους «Complete unknown», δάνειο από τους στίχους του περίφημου «Like a rolling stone» του Μπομπ Ντίλαν, το τραγούδι-σάουντρακ της τριλογίας.


■ How does it feel;
■ Στιγμιότυπο: Σε καφέ στα Εξάρχεια, πρωί. Τρεις-τέσσερις ένστολοι περνούν απέξω, προφανώς κάνουν περιπολία. Στο διπλανό τραπέζι, δύο τριαντάρηδες, μπουφάν μηχανής, στυλ εναλλακτικό. Σχολιάζει ο ένας: «Καλώς τις "κοπέλες”». Γελάει ο άλλος.
■ Οι αστυνομικοί στέκονται απέξω, κοιτάξουν εξεταστικά προς τους λιγοστούς θαμώνες. Ένταση στην ατμόσφαιρα. «Κάποιος ξέχασε τα κλειδιά του πάνω στο μηχανάκι», λέει ένας από αυτούς. Ο νεαρός από το διπλανό τραπέζι –αυτός που πριν τους χαρακτήρισε «κοπέλες»– πετάγεται και βγαίνει έξω ασθμαίνοντας. Εκείνος ήταν ο… αφηρημένος. Δεν πρόσεξα αν ψέλλισε ευχαριστώ, ή κάτι τέτοιο.
■ Συμπέρασμα; Τίποτε ιδιαίτερο. Απλώς σκέφτηκα πώς θα ήταν η καθημερινότητά μας αν οι αστυνομικοί, με μικρές κινήσεις αβρότητας, κάνοντας δηλαδή ολοκληρωμένα τη δουλειά τους, κατάφερναν να «υπονομεύσουν» τα στερεότυπα με τα οποία έχουν τραφεί γενιές ολόκληρες. Κι όχι μονάχα στα Εξάρχεια.

08/03/2009

E.L. Doctorow, "Το βιβλίο του Ντάνιελ"

Τηρουμένων των αναλογιών, η υπόθεση Ροζέμπεργκ υπήρξε για τις Ηνωμένες Πολιτείες ό,τι η υπόθεση Ντρέιφους για τη Γαλλία: Μια μελανή σελίδα στην ιστορία τους, μια σκοτεινή υπενθύμιση για το πού μπορεί να οδηγήσει το κλίμα συνωμοσιολογίας, κοινωνικής καχυποψίας και κρατικής αυθαιρεσίας, είτε με υπόβαθρο την ψυχροπολεμική παράνοια είτε με τον αντισημιτισμό. Στις δύο υποθέσεις υπάρχουν αρκετά κοινά σημεία: Η εβραϊκή καταγωγή των θυμάτων, η κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, το κατασκευασμένο κατηγορητήριο. Υπάρχει ωστόσο και μία σημαντική διαφορά: Ο αξιωματικός Αλφρέντ Ντρέιφους, έστω κι έπειτα από δώδεκα χρόνια, επέστρεψε στο στρατό τιμημένος με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής· αντίθετα, οι Τζούλιους και Έιθελ Ρόζεμπεργκ βρήκαν τραγικό τέλος στην ηλεκτρική καρέκλα. Επίσης: Η υπόθεση Ντρέιφους παρακίνησε τον Εμίλ Ζολά να γράψει ένα από τα πιο δριμύ Κατηγορώ ενάντια στην αυθαιρεσία της εξουσίας, ενώ ο αντίκτυπος της υπόθεσης ήταν τέτοιος που επιτάχυνε το διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας στη Γαλλία. Αντίθετα, η καταδίκη και κυρίως η εκτέλεση των Ρόζεμπεργκ σηματοδότησε την καταβύθιση των Ηνωμένων Πολιτειών σε μια από τις πιο ζοφερές περιόδους της ιστορίας τους.
Καταρχάς, τα γεγονότα: ο Τζούλιους Ρόζεμπεργκ, αριστερός, ακτιβιστής, οργανωμένος στο Κομμουνιστικό Κόμμα, ηλεκτρολόγος μηχανικός, συλλαμβάνεται το 1950 με την κατηγορία ότι συμμετείχε σε «συνωμοσία με σκοπό την κατασκοπία», και συγκεκριμένα τη μεταφορά στη Σοβιετική Ένωση τεχνογνωσίας για την κατασκευή της βόμβας υδρογόνου(!). Λίγο μετά, συλλαμβάνεται και η σύζυγός του Έιθελ, γραμματέας σε ναυτιλιακή εταιρεία. Βασικός μάρτυρας κατηγορίας, ο αδελφός της Έιθελ, Ντέιβιντ Γκρίνγκλας. Το 1951, έπειτα από μια εξπρές δικονομική διαδικασία, αμφότεροι καταδικάζονται στην εσχάτη των ποινών, η οποία και εκτελείται δύο χρόνια αργότερα, παρά τη γενική κατακραυγή. Ακόμη και σήμερα, το θέμα θεωρείται ιδιαίτερα ευαίσθητο, και πλήθος καινούργιων πληροφοριών «αποκαλύπτεται» από τις αμερικανικές υπηρεσίες. Τα δύο ορφανά, ο Ρόμπερτ και ο Μάικλ, ουδέποτε παραδέχτηκαν την ενοχή των γονιών τους.
Με αυτό περίπου το υλικό ξεκινάει ο Doctorow τη μυθοπλαστική του περιπέτεια. Οι Ρόζεμπεργκ μεταβαπτίζονται σε Άιζακσον, ενώ αντί για τους δύο γιους εμφανίζεται ένας, ο Ντάνιελ, με την αδελφή του, τη Σούζαν. Πλήθος μικρών ή μεγαλύτερων λεπτομερειών έχουν επίσης αλλαχθεί, με σημαντικότερη ίσως την ανάληψη του ρόλου του κακού «καταδότη» από τον οικογενειακό φίλο του ζεύγους, τον Μίντις. Το «Βιβλίο του Ντάνιελ», άλλωστε, δεν είναι απλώς μυθιστόρημα ιστορικής αναδίφησης ή αποκάλυψης. Το ειδικό του βάρος, η μεγάλη του συγκινησιακή επίδραση οφείλεται κατά μείζονα λόγο στην επιλογή να «ιδωθεί» η υπόθεση μέσα από το υποκειμενικό βλέμμα των δύο παιδιών, και ειδικότερα του Ντάνιελ. Με σημείο εκκίνησης τη Memorial Day του 1967, όταν η Σούζαν κάνει την πρώτη της απόπειρα αυτοκτονίας, ο Ντάνιελ βυθίζεται ξανά στην τραυματική οικογενειακή ιστορία τους: Μέσα από διαδοχικές αναδρομές, ακτινογραφείται η τελευταία εικοσαετία και αποτυπώνεται η πορεία, η μετεξέλιξη και ο πολιτικός αφανισμός της αμερικανικής αριστεράς, από την πρωτοκαθεδρία του Κομμουνιστικού κόμματος μεταπολεμικά μέχρι την επικράτηση των ριζοσπαστικών κινημάτων και του επαναστατικού λάιφ στάιλ στα τέλη της δεκαετίας του 60.
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ο Doctorow δείχνει τις προθέσεις του: πλήθος αναφορών σε κείμενα ή ντοκουμέντα, από το Βιβλίο του Δανιήλ της Βίβλου μέχρι τη δίκη του Μπουχάριν· αφηγηματικές τεχνικές που εναλλάσσονται με μαεστρία, λέξεις και φράσεις που κόβουν σαν το ξυράφι, ρυθμός που ξεσηκώνει. Βλέποντας πολύ πέρα από την «αναπαράσταση μια εποχής», ο ρεαλισμός του Doctorow δεν είναι κοντόφθαλμος και περιγραφικός, στοχεύει πίσω από το μάτι της κάμερας, πίσω ακόμη κι από τα λόγια και τις προθέσεις, αποκαλύπτοντας το σφαγείο της ιστορίας σε όλη του την τραγικότητα. Περισσότερο κι από χρονικό ή μαρτυρία μιας εποχής, το «Βιβλίο του Ντάνιελ» είναι μια ελεγεία για τους αδύναμους κάθε κοινωνίας και εποχής, τους ανθρώπους χωρίς όνομα και ιδιότητα που παρασύρονται βουβοί από τον στρόβιλο των γεγονότων.

04/03/2009

Ευγενία Φακίνου, "Για να δει τη θάλασσα"

ΕΡΓΟ ΩΡΙΜΟΤΗΤΑΣ και καταστάλαξης είναι το τελευταίο βιβλίο της Φακίνου. Η σχεδόν ολοκληρωτική αμνησία μιας γυναίκας, σε συνέχεια δύσκολης εγχείρησης στο κεφάλι, δίνει την αφορμή για το ξεδίπλωμα μιας ιστορίας γύρω από τη ρευστότητα της ανθρώπινης ταυτότητας, τις παγίδες της μνήμης, τον κόσμο των καθημερινών υλικών που μας δένει βαθύτερα με τον κόσμο των αισθήσεων.
ΤΟ ΣΤΟΡΙ είναι απλό: Η γυναίκα, έπειτα από μια συγκινησιακή φόρτιση μέσα σε ένα μαγαζί μπαχαρικών στην Ευριπίδου, βρίσκεται να χτυπάει την πόρτα ενός μικρού μαγειρείου στον Κολωνό, δίπλα από το σταθμό των τρένων. Όλως τυχαίως, στο μικρό μαγειρείο αναζητούν καινούργια μαγείρισσα, οπότε μπαίνει χαλαρά, σχεδόν σαν υπνωτισμένη, στο νέο της ρόλο.
ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ βγαλμένος από ταινίες του ιταλικού νεορεαλισμού ξεδιπλώνεται μπροστά της, και μπροστά μας: Ο Ρούλα, ο υπεύθυνος του μαγειρείου με το γυναικείο όνομα και τη θηλυκή ψυχή, ο μονίμως άφαντος Μιχαήλ, ο παράξενος ιδιοκτήτης του, οι εργάτες από την κοντινή οικοδομή, μορφές που πάνε κι έρχονται. Όλοι τους, αργά ή γρήγορα, λαχταρούν τη μαγειρική της, κι εκείνη βρίσκει ανάμεσά τους πρόσκαιρο καταφύγιο.
ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ που περνά ένα ακόμη φαγητό προστίθεται στις επιτυχίες της – ο κόσμος των υλικών της μαγειρικής είναι η μοναδική της σταθερή επαφή με το παρελθόν. Ανάμεσα σε αναπάντεχα ξυπνήματα των αισθήσεων, που οδηγούν σε μαιάνδρους της παιδικής ηλικίας, η γυναίκα βιώνει μια κατάσταση έντονης ψυχικής υπερδιέγερσης: Φαντάσματα, φαντασιώσεις, όνειρα και εφιάλτες γίνονται ένα, υφαίνοντας το υλικό που σιγά σιγά αποκαλύπτεται ως ο βαθύτερος εαυτός της· ονειροπόλος, ανοιχτός στο θαύμα.
ΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΕΥΡΗΜΑ, δηλαδή η τριβή με τα υλικά της μαγειρικής να ξυπνάει μνήμες και αναμνήσεις, κι ως εκ τούτου να επαναφέρει σταδιακά μέσα στην ηρωίδα την αίσθηση ενός λίγο έως πολύ συνεκτικού εαυτού, δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο. Επίσης, ορισμένοι ήρωες, όπως κάποιοι από τους εργάτες, έχουν έντονα στερεοτυπικά στοιχεία, και τους λείπει το «πέταγμα» που χαρακτηρίζει άλλους χαρακτήρες της Φακίνου. Τέλος, καμιά σημαντική ανατροπή δεν συνταράσσει αυτόν τον κόσμο, και η γραμμική αφήγηση οδηγείται στο προδιαγεγραμμένο τέλος της χωρίς προσκόμματα ή λοξοδρομήσεις.
ΕΝΤΟΥΤΟΙΣ, όλα αυτά έχουν εδώ μικρή σημασία: Το χέρι της συγγραφέως είναι σίγουρο και σταθερό, ξέρει που θέλει να οδηγήσει και να οδηγηθεί. Η όλη αφήγηση έχει κάτι το αβίαστο και το φρέσκο, βιωμένη απλότητα και προσήνεια. Το σταδιακό «ξύπνημα» της συνείδησης, η βήμα προς βήμα επιστροφή σε κάποια συναίσθηση του εαυτού –θα είναι άραγε πια η ίδια γυναίκα που ήταν πριν; ποιος ξέρει;– περνάει μέσα από μονοπάτια λοξά, από σκέψεις και αναμνήσεις ανοίκειες, που ταράσσουν τη λογική τάξη των πραγμάτων, διανοίγοντας κόσμους πολλαπλών δυνατοτήτων. Στο τέλος, στη συνάντηση με την παλιά ηρωίδα της Φακίνου, τη μικρή Αστραδενή, η μυθοπλασία εισβάλει στην πραγματικότητα ζητώντας μερίδιο. Και η συγγραφέας της το μοιράζει απλόχερα...

(δημοσιεύτηκε στο ΔΙΑΒΑΖΩ Μαρτίου)

27/02/2009

Vikas Swarup, "Slumdog millionaire"

Ήρωας του βιβλίου είναι ο Τζαμάλ, ένας έφηβος που μεγάλωσε στις φτωχογειτονιές της Βομβάης και ο οποίος συμμετέχει στο γνωστό τηλεπαιχνίδι «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος;». Έχει απαντήσει σωστά όλες τις ερωτήσεις και έχει φτάσει στην τελευταία που θα του χαρίσει 20 εκατομμύρια ρουπίες όμως ξαφνικά συλλαμβάνεται με την υποψία της απάτης: Πώς μπορεί ένα αμόρφωτο φτωχόπαιδο να γνωρίζει τόσα; Αποφασισμένος να αποδείξει την αθωότητά του διηγείται στον ανακριτή τη ζωή του· κάθε κεφάλαιο της ιστορίας του αποτελεί το κλειδί για την απάντηση κάθε μίας από τις ερωτήσεις του παιχνιδιού. Προδημοσιεύουμε σήμερα ένα κεφάλαιο από το μυθιστόρημα του Βίκας Σουάρουπ που θα κυκλοφορήσει στη χώρα μας την επόμενη εβδομάδα.

«Η Γκουντίγια γυρίζει σπίτι, αλλά δεν καταφέρνω να τη δω επειδή ο Σανταράμ δεν αφήνει κανένα αγόρι να πατήσει στο σπίτι του. Η κυρία Σανταράμ μου λέει ότι ο άνδρας της έχει καταλάβει τι έκανε και ότι τώρα θα αλλάξει, αν και βαθιά μέσα στη καρδιά της ξέρει ότι ο Σανταράμ είναι χαμένη υπόθεση. Αλλά ακόμη και η ίδια δεν έχει ιδέα πόσο χαμηλά μπορεί να κατρακυλήσει ο άνδρας της.
Ούτε μια βδομάδα μετά την επιστροφή της Γκουντίγια από το νοσοκομείο, της κάνει κάτι ξανά. Προσπαθεί να την αγγίξει. Όχι σαν πατέρας. Στην αρχή, δεν καταλαβαίνω. Τον ακούω να λέει ότι η Γκουντίγια είναι το φεγγάρι του και έπειτα ακούω την κυρία Σανταράμ να κλαίει και την Γκουντίγια να ουρλιάζει, «Μπαμπά μην με αγγίζεις! Μπαμπά, σε παρακαλώ μη με αγγίζεις!»
Όταν ακούω το πένθιμο κλάμα της Γκουντίγια νιώθω κάτι να σπάζει μέσα στο μυαλό μου. Θέλω να ορμήσω στο δωμάτιο του Σανταράμ και να τον σκοτώσω με τα γυμνά μου χέρια. Όμως προτού προλάβω να μαζέψω το κουράγιο μου, ακούω το δυνατό ροχαλητό του Σανταράμ. Έχει πέσει σε λήθαργο. Η Γκουντίγια εξακολουθεί να κλαίει. Δεν χρειάζομαι ποτήρι για να την ακούσω.
Το κλάμα της έχει επάνω μου μία παράξενη επίδραση. Δεν ξέρω πώς θα έπρεπε να αντιδράσει ένας αδελφός νιώθοντας τη θλίψη της, επειδή δεν έχω εμπειρία από τον ρόλο του αδελφού. Όμως ξέρω ότι με κάποιο τρόπο πρέπει να την παρηγορήσω. Δυστυχώς, δεν είναι εύκολο να παρηγορήσεις κάποιον όταν υπάρχει ένας τοίχος ανάμεσά σας, όσο λεπτός κι αν είναι. Τότε προσέχω ότι ακριβώς στη βάση του τοίχου, εκεί όπου υπάρχει η τρύπα για τις σωληνώσεις, υπάρχει ένα μικρό κυκλικό άνοιγμα, αρκετά μεγάλο για να χώσω μέσα το χέρι μου. Πηδάω από το κρεβάτι και αφού ξαπλώνω φαρδύς πλατύς στο δάπεδο, σπρώχνω το χέρι μου μέσα από το άνοιγμα. «Αδελφούλα, μην κλαις. Έλα, πιάσε το χέρι μου», της λέω με δάκρυα. Και πράγματι, κάποιος μου αρπάζει το χέρι. Αισθάνομαι δάχτυλα να χαϊδεύουν το μπράτσο μου, τον αγκώνα μου, τον καρπό μου, σαν άγγιγμα τυφλού που χαϊδεύει το πρόσωπο κάποιου. Έπειτα νιώθω δάχτυλα να μπλέκονται με τα δικά μου και νιώθω μια μαγική μεταβίβαση δύναμης, ενέργειας, αγάπης, πείτε το όπως θέλετε· το θέμα είναι ότι εκείνη τη στιγμή γίνομαι ένα με την Γκουντίγια και νιώθω τον πόνο της λες και είναι δικός μου.
Εν τω μεταξύ, ο Σαλίμ εξακολουθεί να κάθεται στο κρεβάτι, παρακολουθώντας έκπληκτος τη σκηνή. «Είσαι τρελός, ρε Μοχάμαντ; Συνειδητοποιείς τι κάνεις;» με νουθετεί. «Αυτή η τρύπα μέσα από την οποία έχεις σπρώξει το χέρι σου είναι η ίδια τρύπα απ’ όπου μπαίνουν στο δωμάτιό μας αρουραίοι και κατσαρίδες».
Όμως αδιαφορώ για τον Σαλίμ και για οτιδήποτε άλλο. Δεν ξέρω πόση ώρα κρατάω το χέρι της Γκουντίγια, αλλά όταν ξυπνάω το επόμενο πρωί βρίσκομαι ξαπλωμένος κατάχαμα με το χέρι μου ακόμα περασμένο μέσα από την τρύπα και μια οικογένεια κατσαρίδες να κοιμάται γαλήνια μέσα στην τσέπη του πουκαμίσου μου.
Την άλλη νύχτα, ο Σανταράμ γυρίζει πάλι σπίτι λιώμα στο μεθύσι και προσπαθεί να βιάσει την Γκουντίγια. «Είσαι πιο όμορφη από όλα τα αστέρια και τους πλανήτες. Είσαι το φεγγάρι μου. Είσαι η Γκουντίγια μου, η κούκλα μου. Χθες με απέφυγες, αλλά σήμερα δεν θα σε αφήσω να μου ξεφύγεις», λέει.
«Σταμάτα να φέρεσαι έτσι!» φωνάζει η κυρία Σανταράμ, αλλά ο άνδρας της δεν δίνει σημασία.
«Μην ανησυχείς, Γκουντίγια, δεν υπάρχει τίποτε στραβό με την αγάπη μου προς εσένα. Ακόμη και ο Σαχτζαχάν, ο μεγάλος αυτοκράτορας, ερωτεύτηκε την ίδια του την κόρη, την Τζαχάν Αρά. Και ποιος μπορείς να αρνηθεί σε έναν άνδρα να μαζέψει φρούτα από ένα δέντρο που φύτεψε ο ίδιος;»
«Είσαι ένας δαίμονας», ουρλιάζει η κυρία Σανταράμ, και ο Σανταράμ τη χτυπάει. Ακούω ένα μπουκάλι που σπάζει.
«Όχι!» ακούω να φωνάζει η Γκουντίγια.
Νιώθω λες και κάποιος μου τρυπάει τον εγκέφαλο με έναν πυρσό οξυασετυλίνης και μου γεμίζει την καρδιά με λιωμένο μέταλλο. Δεν το αντέχω άλλο. Τρέχω στο δωμάτιο του κυρίου Ραμακρίσνα και του λέω ότι ο Σανταράμ κάνει κάτι τρομερό στη γυναίκα του και τη κόρη του. Όμως ο Ραμακρίσνα αντιδρά λες και του λέω για τον καιρό.
«Άκου», μου λέει. «Ό,τι συμβαίνει πίσω από τους τέσσερις τοίχους ενός σπιτιού είναι ιδιωτική υπόθεση της οικογένειας και δεν μπορούμε να επέμβουμε. Είσαι ένα νεαρό ορφανό παιδί. Δεν ξέρεις τι παει να πει ζωή. Όμως εγώ ξέρω για τις καθημερινές κακοποιήσεις, τους βιασμούς και τις αιμομιξίες που συμβαίνουν στα τσόουλ όλης της Βομβάης. Όμως κανείς δεν κάνει κάτι γι’ αυτό. Εμείς οι Ινδοί έχουμε το θείο χάρισμα να βλέπουμε τον πόνο και την αθλιότητα γύρω μας, και παρ’ όλα αυτά να παραμένουμε ανεπηρέαστοι. Έτσι, σαν γνήσιο παιδί της Βομβάης, κλείσε τα μάτια σου, κλείσε τα’ αυτιά σου, κλείσε το στόμα σου και θα είσαι ευτυχισμένος σαν και μένα. Τώρα πήγαινε, γιατί είναι η ώρα που θέλω να κοιμηθώ».

26/02/2009

Χορτοφάγα ζόμπι

■ Το εκδοτικό τους πλάνο για το 2009 παρουσίασαν πριν λίγες μέρες τα «Ελληνικά Γράμματα» στο Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών & Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη. Στη λογοτεχνία, ξεχωρίζουν τα καινούργια βιβλία των Γιάννη Ξανθούλη και Κώστα Μουρσελά, η συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη και το νέο μυθιστόρημα του Γιώργου Μανιώτη.
■ Θα προηγηθούν, τους δύο επόμενους μήνες, το καινούργιο μυθιστόρημα της Αργυρώς Μαντόγλου («Όλα στο μηδέν»), αλλά και βιβλία των Βασίλη Βασιλικού, Χρήστου Χαρτοματσίδη, καθώς και μεταφράσεις έργων των Πίτερ Κάρεϊ, Τζόναθαν Λέθεμ, κ.ά.
■ Περισσότερα, στην ολοκαίνουργια ιστοσελίδα τους, στη διεύθυνση www.ellinikagrammata.gr.
■ Κυκλοφόρησε το τέταρτο βιβλίο της εξαιρετικής εκπαιδευτικής σειράς «Παιδικό πανεπιστήμιο» (Εκδόσεις Κάτοπτρο) με θέμα «Εξηγώντας τα μυστήρια του σύμπαντος». Θαυμάσια εικονογράφηση, απλούστευση χωρίς απλοποιήσεις.
■ Θυμίζουμε ότι η εν λόγω σειρά των Ούλριχ Γιάνσεν και Κλάους Βέρνερ τιμήθηκε το 2005 με το βραβείο «Descartes για τη διάδοση της Επιστήμης», την ύψιστη διάκριση της Ευρωπαϊκή Ένωσης για επιστημονικά προγράμματα.
■ Μετά τον Ιανό και τον Ελευθερουδάκη και ο Παπασωτηρίου έχει ξανοιχθεί τελευταία στις εκδόσεις. Από τις πλέον ενδιαφέρουσες και επιτυχημένες, η περίφημη πραγματεία «Η τέχνη του πολέμου» του Σου Τζου. Μαζί με το «Περί πολέμου» του Κλαούζεβιτς θεωρείται το κλασικότερο εγχειρίδιο επί του θέματος.
■ «Το αποκορύφωμα της στρατιωτικής δεξιοτεχνίας είναι να υποτάξεις τον εχθρό χωρίς μάχη». Αν στη θέση της λέξης «εχθρός» βάλετε «αντικείμενο του πόθου», η πραγματεία αποδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμη και στην στρατηγική της σαγήνης.
■ Για όσους, τουλάχιστον, πιστεύουν ότι ο έρωτας –όταν είναι αληθινός– έχει κάτι από πόλεμο.
■ Το www.diavasame.gr είναι το πιο επιτυχημένο σάιτ με κριτικές-παρουσιάσεις βιβλίων, με τριάντα πέντε χιλιάδες επισκέψεις μηνιαίως. Βασικός εμψυχωτής του, ο Γιώργος Πιπερόπουλος. Το μυθιστόρημά του «Το πρώτο μάτι» κυκλοφορεί από την «Εμπειρία Εκδοτική» και είναι το… πρώτο του.
■ «Η διπλωματική και οικονομική παρουσία των Βενετών στην περιοχή της Άρτας κατά τον 18ο αιώνα» (εκδόσεις Αντ. Σταμούλη) είναι ο τίτλος της μελέτης του Διδάκτορα Ιστορίας και Αρχαιολογίας Ελευθέριου Λ. Βέτσιου. Τοπικού ενδιαφέροντος το πόνημα, πλην ιδιαίτερα εμπεριστατωμένο και αναλυτικό.
■ Είναι ο δεύτερος ηθοποιός (μετά τον Πίτερ Φιντς) που βραβεύτηκε με Όσκαρ μετά θάνατον. Ο Χιθ Λέτζερ είναι ήδη μύθος, κι από τον Βασίλη Κοντόπουλο μόλις κυκλοφόρησε μια σύντομη βιογραφία του συνοδευμένη με οπτικό υλικό. Από τις εκδόσεις «Σιγαρέτα».
■ «Τα σαρκοβόρα όνειρα, τα ξόρκια της μαγείας / Αποκυήματα είναι απλώς, μιας μαύρης φαντασίας. / Και δεν υπάρχουν μάγισσες και ζώα ανθρωποφάγα. / Οι κλόουν είναι φιλικοί. Τα ζόμπι; Χορτοφάγα!»
■ Από το «Αρρωστημένα μυαλά» (εκδόσεις Gemma press), μια πρωτότυπη συλλογή «τρομακτικών» και ιδιαίτερα αστείων ποιημάτων, σε μετάφραση Βασίλη Μπαμπούρη και εικονογράφηση Γιώργου Δημητρίου.
■ «Τριγύρω, από χαλκό και μάρμαρο, / έφηβοι, κόρες, ήρωες, θεοί· / στη μέση ο φοβισμένος άνθρωπος, / γυμνός μέχρι το κόκαλο, κοιτά.» Από την συλλογή «Όλα τα δειλινά του κόσμου» (Άγρα) με εξήντα ποιητικά σπαράγματα του Διονύση Καψάλη.
■ Ένα ακόμη αθησαύριστο κείμενο προστέθηκε στη σειρά «Επί τα ίχνη…» που επιμελείται ο καθηγητής Φιλολογίας Γιάννης Παπακώστας στον Πατάκη. Το «Αγριολούλουδο» του Παύλου Νιρβάνα είναι η ιστορία της εσωτερικής ζωής μιας γυναίκας καθώς οδεύει προς το τέλος της.
■ «Η ζωή της Μαρίας είναι ένας αδιάκοπος θρήνος κρυφός, μυστικός, μια εσωτερική τραγωδία βουβή, η οποία την μαραίνει και την φέρνει ταχύτατα στον τάφο.» (Φώτος Πολίτης, εφ. Πολιτεία, 1924).
■ «Τότε που ζούσε / την κοίταζε κάθε πρωί / να φοράει το πρόσωπό της / και να ξεπορτίζει.» Από την ποιητική συλλογή «Επιστροφή στην ενιαία χώρα» του Γιώργου Γ. Ψάλτη.

21/02/2009

Άσυλο ανιάτων

■ Αλλαγή σελίδας για το μακροβιότερο ένθετο για το βιβλίο. Η «Βιβλιοθήκη», που συνοδεύει πάνω από δέκα χρόνια τώρα την Ελευθεροτυπία της Παρασκευής, περνάει σε νέα φάση, υπό τη διεύθυνση του ποιητή Γιώργου Χρονά.
■ Αρχές Μάρτη, λέγεται, θα κυκλοφορήσει το πρώτο νέο τεύχος. Ευχομάστε, εννοείται, τα καλύτερα.
■ Και μακάρι ο νέος διευθυντής να κάνει τις σελίδες του ακόμη πιο φρέσκες, πιο διαβαστερές, πιο νευρώδεις, να καταφέρει να ελκύσει περισσότερους φίλους της ανάγνωσης, χωρίς εκπτώσεις στον κριτικό λόγο, στην κριτική σκέψη.
■ Ωστόσο, σφίγγεται η καρδιά μας... Η «Βιβλιοθήκη» είναι το μοναδικό ένθετο μεγάλης εφημερίδας που δίνει στον εαυτό του την πολυτέλεια να αγνοεί τους σκληρούς νόμους της αγοράς. Είναι το μοναδικό ένθετο, κι αυτό λέει κάτι, το οποίο πολλοί από εμάς συλλέγουμε, με σκοπό να ανατρέξουμε κάποια στιγμή σε κάποιο από τα αφιερώματά του.
■ Αντιθέτως, για το κυριακάτικο «Βήμα», την εφημερίδα που πρώτη αυτή εγκαινίασε ένθετο βιβλίου, δεν ξέρει κανείς τι να σκεφτεί. Επτά ολόκληρες σελίδες αφιερωμένες στο βιβλίο, κι ελάχιστες αναφορές σε οτιδήποτε μυρίζει λογοτεχνία – ειδικότερα ελληνική.
■ Ας μου επιτραπεί εδώ μια προσωπική αναφορά: Όταν το 1997 έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο, μια σπονδυλωτή νουβέλα, ένα κάθε άλλο παρά εύκολο ανάγνωσμα, είδα μια ολόκληρη σελίδα να αφιερώνεται στο βιβλίο μου στο κυριακάτικο «Βήμα».
■ Ακούγεται ίσως υπερβολικό, ωστόσο εκείνο το σαββατόβραδο (γιατί το έμαθα, βέβαια, και έσπευσα στην Ομόνοια) έχει μείνει μέσα μου ώς ένα από τα πιο σημαντικά της ζωής μου. Βοήθησε βέβαια και η κριτική του Ντίνου Σιώτη, που ήταν ιδιαίτερα ένθερμη...
■ Αναρωτιέμαι: Σήμερα, πόσοι πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς, ακόμη κι αν έχουν γράψει βιβλία πιο πρωτότυπα, φιλόδοξα και καλά από τη μικρή μου νουβέλα, μπορούν να ελπίζουν σε παρόμοια χαρά;
■ Σκέψεις πολυτελείας, σε καιρούς ευτελείας....
■ Τα κρούσματα βίας και αυθαιρεσίας στα Πανεπιστήμια από μικρές ομάδες τραμπούκων αυξάνονται επικίνδυνα το τελευταίο διάστημα. Καθηγητές δάρθηκαν προ μηνών στο Χημείο, άλλοι προπυλακίστηκαν προ ημερών στο Πάντειο – μεταξύ αυτών, ο Νίκος Μπακουνάκης, ο οποίος εκτός από δημοσιογράφος είναι και επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα ΜΜΕ. Τα Πανεπιστήμια, αντί για χώροι ιδεολογικής πολυμορφίας, ανοιχτού διαλόγου και διακίνησης απόψεων έχουν μετατραπεί σε θύλακες εξόρμησης ακραίων ομάδων που βρίσκουν κάλυψη πίσω από το ιδεολόγημα του ασύλου.
■ Πρυτάνεις, υπουργοί, πολιτικοί φορείς, σφυρίζουν αδιάφορα, επαναλαμβάνοντας κοινοτοπίες. Είναι προφανές ότι έχουν πουλήσει την ψυχή τους... στον διάλογο.
■ Εννοείται: Όχι σε αυτόν που δίνει λύσεις, αλλά σε αυτόν που δίνει ψήφους.
■ Αλλά ούτε η ιδιαίτερα δημοφιλής (και) στους νεότερους αναγνώστες Σώτη Τριανταφύλλου βγήκε αλώβητη από την επιμονή της να λέει την άποψή της για θέματα «ταμπού», όπως τα Εξάρχεια, ο ρόλος της αστυνομίας, κ.λπ. Κομίστας, στο Φεστιβάλ της Βαβέλ, τη χρησιμοποίησε ως αρνητική ηρωίδα, βάζοντας στο στόμα της ποτ-πουρί από φράσεις της, προφανώς όχι της αρεσκείας του «καλλιτέχνη». Στο τέλος, μάλιστα, η ηρωίδα Σώτη αποκεφαλίζεται.
■ Εύγε στο Φεστιβάλ. Αυτό θα πει avant-garde...
■ Το βιβλίο «Οι φόβοι ενός αιώνα» (Μεταίχμιο) της καθητήτριας Ρένας Σταυρίδη-Πατρικίου παρουσιάζεται την Τρίτη. Θα μιλήσουν οι Δ. Ν. Μαρωνίτης, Γιάννης Βούλγαρης και Βασίλης Παναγιωτόπουλος. Στη Στοά του Βιβλίου, Πεσμαζόγλου 5, στις 20.00.

19/02/2009

Ανακοίνωση διαμαρτυρίας σχετικά με την έξαρση βίας και τρομοκρατίας

Το παρακάτω κείμενο στάλθηκε σήμερα στον Τύπο. Υπογράφεται κυρίως από συγγραφείς, αλλά και από κινηματογραφιστές, πανεπιστημιακούς, εκδότες, δημοσιογράφους.

"Εμείς που υπογράφουμε αυτό το κείμενο θέλουμε να εκφράσουμε την έντονη ανησυχία μας για τις πρόσφατες απόπειρες να φιμωθεί η αντίθετη άποψη.
Πριν από λίγες μέρες συγγραφείς, ακαδημαϊκοί δάσκαλοι, δημοσιογράφοι, πολιτικοί και δημόσιοι λειτουργοί έπεσαν θύματα βομβιστικών επιθέσεων, επειδή ο λόγος ή οι απόψεις τους δεν ήταν αρεστά σε κάποιους.
Την ίδια στιγμή, ομιλητές σε ανοιχτή συζήτηση στο Πάντειο Πανεπιστήμιο δέχθηκαν βίαιη και συντονισμένη επίθεση με σκοπό να αποτραπεί ο δημόσιος λόγος τους μέσα σε ένα ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ενώ, μόλις χθες, πανεπιστημιακός ξυλοκοπήθηκε άγρια μέσα στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, όπου είχε κληθεί να μιλήσει.
Απέναντι σε αυτή την πρωτόγνωρη για τα μεταπολιτευτικά χρόνια έξαρση βίας και τρομοκρατίας δεν μπορεί κανείς να μένει αδιάφορος. Καλούμε τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, τους ακαδημαϊκούς δασκάλους, τους λειτουργούς του Τύπου, αλλά και κάθε πολίτη που σέβεται και υπερασπίζεται την ελευθερία του λόγου και των ιδεών, να εκφράσουν την αντίθεσή τους."

(με αλφαβητική σειρά)
Χρήστος Αστερίου, Θανάσης Βαλτινός, Βασίλης Βασιλικός, Αλέξης Βερούκας, Παντελής Βούλγαρης, Κώστας Γαβράς, Ρέα Γαλανάκη, Νίκος Δαββέτας, Πόπη Διαμαντάκου, Λένα Διβάνη, Απόστολος Δοξιάδης, Μάρω Δούκα, Άλκη Ζέη, Νίκος Θέμελης, Τάκης Θεοδωρόπουλος, Αθηνά Κακούρη, Τάκης Καμπύλης, Ιωάννα Καρυστιάνη, Κώστας Κατσουλάρης, Δήμητρα Κολλιάκου, Γιάννης Κοντός, Γιώργος Κορδομενίδης, Μένης Κουμανταρέας, Αχιλλέας Κυριακίδης, Κάτια Λεμπέση, Ηλίας Μαγκλίνης, Πέτρος Μάρκαρης, Τάσος Μπουλμέτης, Δημήτρης Νόλλας, Γιώργος Ξενάριος, Νίκος Παναγιωτόπουλος, Αλέξης Πανσέληνος, Βασίλης Παπαβασιλείου, Ελένη Παπάζογλου, Νικηφόρος Παπανδρέου, Βασίλης Πεσματζόγλου, Άννα Πατάκη, Νίκος Περάκης, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Δημήτρης Ρηγόπουλος, Όλγα Σελλά, Σάκης Σερέφας, Γιάννης Σμαραγδής, Χρύσα Σπυροπούλου, Εύα Στεφανή, Ντίνος Σιώτης, Κατερίνα Σχινά, Δημήτρης Σωτάκης, Πέτρος Τατσόπουλος, Δημήτρης Τζιόβας, Γιώργος Τσεμπερόπουλος, Λίζυ Τσιριμώκου, Φίλιππος Τσίτος, Μισέλ Φάις, Δημήτρης Φιλιππίδης, Θανάσης Χειμωνάς, Περικλής Χούρσογλου, Ανταίος Χρυσοστομίδης

18/02/2009

Ανακοίνωση της Εταιρείας Συγγραφέων

Ανακοίνωση έβγαλε σήμερα η Εταιρεία Συγγραφέων σχετικά με τα θλιβερά γεγονότα των τελευταίων ημερών.

"Την προηγούμενη εβδομάδα άγνωστοι τοποθέτησαν εμπρηστικούς μηχανισμούς σε σπίτια επώνυμων πολιτών, ανάμεσά τους και ανθρώπων με σημαντική πνευματική παρουσία και δράση όπως ο Γ. Μπαμπινιώτης, ο Γ. Πανούσης, ο Α. Δοξιάδης (ο τελευταίος τυγχάνει και μέλος της Εταιρείας μας) κ.ά.
Οι αυτόκλητοι απολογητές μιας νέας τάξης πραγμάτων (ποιας άραγε;), παραβαίνοντας όρια που τα θεωρούσαμε κεκτημένα από την εποχή του Διαφωτισμού, επιχείρησαν βίαια να φιμώσουν την αντίθετη από τη δική τους άποψη.
Η Εταιρεία Συγγραφέων καταδικάζει τέτοιες βάρβαρες ενέργειες, που ο ολοκληρωτικός χαρακτήρας τους υπονομεύει τη λειτουργία της Δημοκρατίας."

Έχει μέλλον η ανάγνωση;

Η ανάγνωση ως πρακτική υπήρξε πριν την εμφάνιση του «βιβλίου» όπως το γνωρίζουμε σήμερα και θα υπάρξει και μετά. Με αυτό το «μετά» δεν υπαινίσσομαι βέβαια ότι θα έρθει στο ορατό μέλλον μια στιγμή που το βιβλίο θα έχει εξαφανισθεί ή αντικατασταθεί ολοκληρωτικά από νέες μορφές αναπαραγωγής κειμένων.
Ωστόσο, όπως έχει ήδη γίνει φανερό, τα ηλεκτρονικά μέσα ανάγνωσης, είτε αυτά είναι η απλή οθόνη υπολογιστή είτε τα πιο σοφιστικέ φορητά συστήματα που εμφανίζονται τελευταία, θα κερδίζουν όλο και μεγαλύτερο χώρο στις αναγνωστικές μας συνήθειες, επιβάλλοντας μοιραία και τους δικούς τους τρόπους.
Οι τρόποι αυτοί δεν θα είναι απαραιτήτως χειρότεροι, ούτε όμως και απαραιτήτως καλύτεροι από τους προηγούμενους. Θα είναι ωστόσο διαφορετικοί. Κι αυτό είναι –μαζί με το περίπλοκο ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων– το πιο «ευαίσθητο» ζήτημα αυτής της μετάλλαξης: Ποιος αναγνώστης αρχίζει να υποχωρεί, και μαζί του ποιες συνήθειες, πολιτισμικές αξίες, πρακτικές ανάγνωστης; Ποιος αναγνώστης αναδεικνύεται, και μαζί του ποιες νέες μορφές συνειδητοποίησης και αναπαράστασης του κόσμου;
Τέτοια είναι πιστεύω τα ζητήματα που θα μας απασχολήσουν στο προσεχές διάστημα, μακριά από τη δαιμονοποίηση του καινούργιου αλλά κι από την άκριτη λατρεία κάθε καινοτομίας.

(Δημοσιεύτηκε στον ΕΤ στις 18/02/09)

14/02/2009

"Ενός λεπτού μαζί"

■ Από το «Διαβάζω» του Φεβρουαρίου σταχυολογήσαμε ορισμένα ενδιαφέροντα στατιστικά στοιχεία για το βιβλίο και την αναγνωσιμότητα στη χώρα μας (στοιχεία: Hellastat). Καταρχάς η ποσότητα: Κοντά στα 10.000 βιβλία κυκλοφόρησαν το 2007, όσα περίπου και το 2006. Σε αυτά προσμετρούνται και 600 επανεκδόσεις καθώς και αυτά που μοιράζουν οι εφημερίδες.
■ Η συνολική δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών για βιβλία αυξήθηκε ελαφρώς, ενώ η μέση τιμή ανά βιβλίο ανέβηκε στα 16,8 ευρώ από 16,2 την προηγούμενη χρονιά.
■ Η πιο ενδιαφέρουσα, και συνάμα θλιβερή, στατιστική είναι ωστόσο η εξής: Η μέση ελληνική οικογένεια διέθεσε την ίδια χρονιά μόλις 11,89 ευρώ το μήνα για αγορά βιβλίων. Πράγμα που μας κάνει 0,7 βιβλία το μήνα κατά μέσο όρο. Αν διαιρέσει τώρα κανείς το παραπάνω δεκαδικό με τα μέλη της μέσης ελληνικής οικογένειας, το αποτέλεσμα βγάζει…
■ …Τον μεγαλύτερο μέσο όρο τηλεθέασης ανά άτομο στην Ευρώπη, ήτοι 3,3 ώρες ημερησίως (στοιχεία: public issue). Προσθέστε στα παραπάνω τον χαμηλότερο δείκτη ανάγνωσης εφημερίδας καθημερινά (μόλις ένας στους δέκα μπαίνει στον κόπο), και τα συμπεράσματα βγαίνουν αβίαστα.
■ Ίσως απλοποιούμε υπερβολικά, αλλά έχουμε την αίσθηση ότι τα περισσότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σε αυτή η χώρα, και είναι κυρίως προβλήματα, με τη ευρεία έννοια, κουλτούρας, συνοχής, ταυτότητας, κ.λπ., σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τα παραπάνω νούμερα.
■ Χρόνιες αδυναμίες μιας Εκπαίδευσης που όλα δείχνουν ότι θα χρονίζουν για χρόνια…
■ Και βέβαια δεν περιμένουμε να μας «μορφώσει» η Google. Σε εκστρατεία της αυτοδιαφήμισης στο διαδίκτυο, αλιεύσαμε «μαργαριτάρια»: «Ποιός εφήβρε το τάβλι; Η απάντησή είναι ένα κλικ μακρυά.» ήταν ένα από αυτά. Δύο αράδες, τέσσερα λάθη. Δυνατό σκορ. Οι μοναδικές απολύτως σωστά γραμμένες λέξη είναι το «τάβλι» και το «κλικ». Μας πήρανε χαμπάρι…
■ Τα δικαιώματα του «Slumdog millionaire» του Ινδού Vikas Swarup απέκτησαν πρόσφατα οι Εκδόσεις Μίνωας. Το βιβλίο βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης (Αλέξης Καλοφωλιάς) και αναμένεται να κυκλοφορήσει στις αρχές Μαρτίου. Την ίδια περίοδο κάνει πρεμιέρα και η ομότιτλη ταινία – κατά πάσα πιθανότητα με κάμποσα Όσκαρ στη φαρέτρα της.
■ «Γερά» έχει μπει τελευταία ο «Πάπυρος» στο χώρο της μεταφρασμένης λογοτεχνίας. Εγκαινιάζεται νέα σειρά, με επιλεγμένους τίτλους ισπανόφωνης και πορτογαλόφωνης λογοτεχνίας. Μερικοί από αυτούς, «Αξολότλ» του Χούλιο Κορτάσαρ, «Στου διαόλου τη μάνα» του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες.
■ Ότι ήταν «ανήσυχη» συγγραφέας η Σοφία Νικολαΐδου το γνωρίζαμε ήδη. Τώρα όμως εμφάνισε ένα ακόμη πρόσωπο, αυτό της μεταφράστριας αρχαίων κειμένων (φιλόλογος, γαρ) Η «Ελένη» του Ευριπίδη, αφού ανέβηκε από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, κυκλοφορεί σε μετάφρασή της από τον «Κέδρο».
■ Με μεγάλο αφιέρωμα στην πιο δημοφιλή Ελληνίδα ποιήτρια, την Κική Δημουλά, κυκλοφορεί το νέο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού «Εντευκτήριο». Εκατόν πενήντα σελίδες, με χρονολόγιο-εργογραφία, ανέκδοτο ποίημα, κείμενα των Δημήτρη Δασκαλόπουλου, Τίτου Πατρίκιου και πολλών άλλων, καθώς και DVD με την ποιήτρια να διαβάζει ποιήματά της.


■ Η Δημουλά είναι φαινόμενο. Στις ομιλίες της, πρόσφατα στο Μέγαρο, για παράδειγμα, συρρέουν πλήθη λες και πρόκειται για ποπ σταρ. Ακόμη και οι τηλεοπτικές εμφανίσεις της «γράφουν» νούμερα. Μετά το θάνατο του Ελύτη κανείς Έλληνας ποιητής δεν συνέγειρε τόσους πολλούς για τόσο διαφορετικούς λόγους.
■ «Έφυγε» στα 75 του χρόνια ο ποιητής της beat ευαισθησίας Τάσος Δενέγρης. Κυκλοφόρησε πρόσφατα τόμος με ποιήματά του με τον τίτλο «Μιλάει ο αγριόχοιρος» (Ύψιλον).
■ «Ο άνθρωπος μόνος» (Κέδρος) τιτλοφορείται η νέα συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη. Το ποίημα «Πιλάτος» καταλήγει: «Πέθανα κι έζησα, ευτυχώς, σαν άνθρωπος απλός / μαζί ταπεινωμένος και περήφανος / μες στην αμφιβολία.»

12/02/2009

Σάκης Σερέφας, "Μαμ"

Ο Σάκης Σερέφας είναι μια ιδιότυπη, μοναδική ίσως περίπτωση στα σύγχρονα ελληνικά γράμματα. Πρόκειται για χαρισματική, εξόχως πληθωρική προσωπικότητα. Σαράντα εννέα χρόνων σήμερα έχει εκδόσει 35 συναπτά βιβλία πειραματιζόμενος με όλα σχεδόν τα είδη γραφής: Πεζογραφία, ποίηση, δοκίμιο, σενάριο, παιδικό βιβλίο, ιστορική μαρτυρία, θέατρο – τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο θέατρο.
Ως θεατρικό έργο άλλωστε ξεκίνησε την καριέρα του και το «Μαμ» το οποίο ανέβηκε με επιτυχία στο Αμόρε το 2007 και τιμήθηκε με το βραβείο «Κάρολος Κουν» από την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών Κριτικών. Τη χρονιά που ακολούθησε, το 2008, δύο ακόμη έργα του Σερέφα βρήκαν το δρόμο τους για τη σκηνή: Το «Λιωμένο Βούτυρο» στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού και το «Σεμινάριο Βλακείας» στο ΔΗΠΕΘΕ Κερκύρας. Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτός ο πληθωρισμός, αντί να αποβαίνει σε βάρος της ποιότητας, όπως είναι ο κανόνας, δίνει έργα όλο και ωριμότερα. Παράδειγμα το «Μαμ».
Δεν γνωρίζουμε τους λόγους που οδήγησαν τον Σερέφα να προβεί στην αντίστροφη αυτή διασκευή, από θεατρικό σε πεζογράφημα, πράγμα ασυνήθιστο, ωστόσο δεν έχει σημασία: Το «Μαμ»-βιβλίο δεν θυμίζει σε τίποτε θεατρικό έργο, και διαβάζεται ως αυτό που είναι: Μια σπαρταριστή νουβέλα μαθητείας κι ενηλικίωσης, ανατρεπτική, με χιούμορ, σαρκασμό και τρυφερότητα.

Αποκοιμήθηκα πάνω μου...
Το στόρι; Ο 70χρονος σήμερα Ζοζέφ αναπολεί τη νιότη του, και ειδικότερα τη σχέση του με τον σοφό οδηγό του σχολικού λεωφορείου του, τον Μεγάλο. Εκείνος, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, του προσφέρει κι από ένα διαφορετικό έδεσμα, το οποίο στη συνέχεια συνοδεύεται από ποικίλες πληροφορίες για την προέλευσή του, τα συστατικά του και τη σημασία τους. Μέσα από αυτή την επαφή, κι ενώ τα σχολικά χρόνια περνούν, ο Ζοζέφ γιατρεύεται από τη βουλιμία του για το λίπος και μαθαίνει να αντιλαμβάνεται καλύτερα τις λεπτεπίλεπτες γεύσεις των φαγητών, και της ζωής γενικότερα.
Το εύρημα αυτό –η τροφή ως μάθημα ζωής– δίνει στην άναρχη φαντασία του Σερέφα την ευκαιρία να ξεσαλώσει. Το βιβλίο βρίθει από φράσεις όπως «ήμουν τόσο εξαντλημένος, ώστε αποκοιμήθηκα πάνω μου», καθώς και σπαρταριστές αναφορές στη ζωολογία και σε παντός είδους στατιστικές. Σκουμπριά, σολομοί, γουρουνάκια, σαλιγκάρια και προβατίνες, μαγειρεμένα ή ωμά, περνούν την είσοδο του φάρυγγα του μικρού Ζοζέφ μαθαίνοντάς τον να διδάσκεται από την ποικιλομορφία της ζωής και τους άπειρους δρόμους μέσα από τους οποίους μπορεί να περάσει η χαρά και η πληρότητα.
Στο τέλος παρατίθενται αναλυτικά οι συνταγές των, εκ πρώτοις παράδοξων, φαγητών που αναφέρονται, και δίνεται στον αναγνώστη η μυστική συνταγή της τέλειας ταραμοσαλάτας. Όλα δένουν αρμονικά, αφήνοντας μια θαυμάσια επίγευση στον ουρανίσκο.

Απόσπασμα
«Αυτά παθαίνει κανείς όταν τελειώνει το Δημοτικό και πηγαίνει στο Γυμνάσιο. Παθαίνει οξεία ανθρωπίτιδα. Όλοι θέλουν να τον κάνουν υπεύθυνο άνθρωπο. Στα γρήγορα, επειγόντως. Τώρα δεν είσαι παιδί, Ζοζέφ. Τώρα είσαι μεγάλος, Ζοζέφ. Πρέπει να πάρεις αποφάσεις, Ζοζέφ. Τώρα η ζωή σου έχει ευθύνες, Ζοζέφ. Τώρα πρέπει να κοιτάξεις κατάματα το μέλλον σου, Ζοζέφ. Τρέξε, Ζοζέφ. Ρώτα, Ζοζέφ. Μάθε, Ζοζέφ. Ρώτα τους γονείς σου. Ρώτα τους δασκάλους. Ρώτα τους συμβούλους στο σχολείο. Ρώτα τους εξωγήινους. Ρώτα τα χερουβείμ. Μόνο έναν μη ρωτήσεις, Ζοζέφ. Μην ρωτήσεις τον Ζοζέφ, Ζοζέφ.» (σ. 30)

08/02/2009

Όχι άλλο τσιμέντο... στα μυαλά

■ Μετά τις δυναμικές παρεμβάσεις στον Παρθενώνα, στο Εθνικό Θέατρο, στη «Μήδεια» του Παπαϊωάννου, στην Εθνική Λυρική Σκηνή και σε άλλους ποταπούς χώρους όπου κακοποιείται ο σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός, έφτασε η στιγμή να «χτυπηθεί» το κέντρο της πολιτιστικής κατάπτωσης, το Μέγαρο Μουσικής.
■ Η ευκαιρία ήταν πράγματι ιδανική: Διάλεξη έδινε ο γνωστός για τα ανοσιουργήματά του (Κέντρο Ζορζ Μπομπιντού κ.ά.) αρχιτέκτονας Ρέντζο Πιάνο. Το Πολιτιστικό Πάρκο στο Φάληρο, που έχει σχεδιάσει, χαρακτηρίζεται πράγματι από απαράδεκτη έλλειψη οικολογικής ευαισθησίας, αφού είναι ενεργειακά αυτόνομο –πράγμα ύποπτο– και απόλυτα φιλικό προς το περιβάλλον, το οποίο, ως γνωστόν, είναι «αστικό» κι άρα εχθρικό.
■ Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, φοιτητές, μέλη της κατάληψης της Αρχιτεκτονικής Σχολής, ανέβηκαν στη σκηνή κρατώντας πανό που έγραφε «Οχι άλλο τσιμέντο. Καμιά παραχώρηση δημόσιων χώρων στην ιδιωτική εκμετάλλευση».
■ Αυτή τη φορά δεν ακολούθησε χειροκρότημα: Ο κόσμος, στην πλειονότητά του φοιτητές αρχιτεκτονικών σχολών, προφανώς χωρίς οικολογικές και άλλες ευαισθησίες, αποδοκίμασε τους «εισβολείς».
■ Μην πτοείστε, παιδιά. Υπάρχει ακόμη πεδίον δόξης λαμπρόν για να χτυπηθούν οι «κουλτουριάρηδες». Υπάρχουν η Εθνική Πινακοθήκη, το Αρχαιολογικό Μουσείο, αλλά και εκτός Αθηνών (ευκαιρία για εκδρομή!) η Επίδαυρος, οι Δελφοί. Και βέβαια πολλά θέατρα, ακόμη και παιδικά, στα οποία τα νήπια μυούνται στην παρακμιακή αστική τέχνη. Ορεξη για εξέγερση να υπάρχει…
■ Για να δούμε, λοιπόν, με τι καταγίνεται η αστική τάξη αυτή την εβδομάδα: Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Θόδωρου Καρζή, του λευκώματος «Το παιδί στον κόσμο των μεγάλων - Μια ιστορία της παιδικής ηλικίας από την αρχαιότητα ως τον 21ο αιώνα» (Λιβάνης). Θα μιλήσουν οι Μαριέττα Γιαννάκου, Ευάγγελος Βενιζέλος, Νίκος Κωνσταντόπουλος, Ελένη Σπανοπούλου. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο πρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, χορηγού της έκδοσης, Ανδρέας Μαρτίνης. Τετάρτη, στις 12.00, στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία».
■ Δύο μέρες νωρίτερα, τη Δευτέρα, ο Πέτρος Μάρκαρης θα συνομιλήσει με τον Κουβανό συγγραφέα Λεονάρδο Παδούρα, με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου του «Παρελθόν χαμένο στην ομίχλη». Στις 19.00, στο 104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης των εκδόσεων Καστανιώτη, Θεμιστοκλέους 104.


■ «Ιστορία της Ελληνικής Φωτογραφίας 1839-1970» (Πάπυρος) είναι ο τίτλος του ιδιαίτερα πλούσιου βιβλίου του Αλκη Ξ. Ξανθάκη. Θα παρουσιαστεί με ομιλητές τους Φανή Κωνσταντίνου, Τάκη Τζίμα και Κυριάκο Ντελόπουλο. Την Τετάρτη στις 19.00, στη Στοά του Βιβλίου, Πεσμαζόγλου 5.
■ Ενας ακόμη εκδοτικός οίκος έκανε την εμφάνισή του, σε πείσμα της κρίσης και της ελλειμματικής φιλαναγνωσίας μας. Το όνομα αυτού «Κίχλη», ενώ στο τιμόνι είναι η γνωστή μας από τη συνεργασία της με διάφορους εκδοτικούς οίκους Γιώτα Κριτσέλη.
■ Ξεχωρίζουμε δύο τίτλους: «Το οριζόντιο ύψος» του Αργύρη Χιόνη και το «Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα», με κείμενο των Μάτως Ιωαννίδου – Μαρίας Τοπάλη και εικονογράφηση της Μάτως Ιωαννίδου. Καλοτάξιδα.
■ Για το μηνιαίο πολιτικό free press «Μεταρρύθμιση» έχουμε εκφραστεί ξανά στο παρελθόν, και πάντοτε θετικά. Το περιοδικό έχει ως ιδεολογική αναφορά το ευρύτερο εκσυγχρονιστικό ρεύμα, εντάσσοντας στις σελίδες του και διαφορετικές απόψεις (βλ. άρθρο του Γιάννη Δραγασάκη). Φιλοξενούνται άρθρα, μεταξύ πολλών άλλων, των Τάσου Παππά, Κώστα Μποτόπουλου, Βασίλη Βουτσάκη, Μαριλένας Κοππά, Στέφανου Μάνου, Μυρσίνης Ζορμπά.
■ Επίσης: Μια εξαιρετικά διαφωτιστική συνέντευξη του Ανδρέα Τάκη, Βοηθού Συνηγόρου του Πολίτη, σχετικά με το ρόλο της Αστυνομίας στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες. Αλλά και άρθρο του Νικόλα Βουλέλη για τις εξελίξεις στο Παλαιστινιακό. Τη «Μεταρρύθμιση» θα τη βρείτε στα μεγάλα βιβλιοπωλεία, αλλά και στο Διαδίκτυο, στη διεύθυνση www.metarithmisi.gr.

07/02/2009

Σωτήρης Δημητρίου, "Σαν το λίγο το νερό"

Ο Σωτήρης Δημητρίου, έπειτα από μια ποιητική συλλογή, εμφανίστηκε πριν από 22 χρόνια ως έτοιμος διηγηματογράφος, κι έκανε μεγάλη εντύπωση με τις δύο πρώτες συλλογές του κυρίως εξαιτίας της γλώσσας του, που την χαρακτήριζε η πυκνή προφορικότητα μιας, σχεδόν, περασμένης εποχής. Ευρύτερα γνωστός έγινε το 1999 με το μυθιστόρημα «Να ακούω καλά το όνομά σου» που μεταφέρθηκε με επιτυχία στον κινηματογράφο από το Σωτήρη Γκορίτσα με τον τίτλο «Από το χιόνι». Ακολούθησαν τέσσερα ακόμη βιβλία με ήρωες Έλληνες αποσυνάγωγους ή αλλοδαπούς, οι περισσότεροι πάσχοντες από τη «νόσο» της νοσταλγίας, μια εγγενή αδυναμία προσαρμογής στο βίαιο και καταθρυμματισμένο περιβάλλον της σύγχρονης πόλης.
Στο τελευταίο του βιβλίο, «Σαν το λίγο το νερό», ο Δημητρίου σκαλίζει και πάλι τις πληγές του, την αθεράπευτη νοσταλγία του για το «χαμένο κέντρο» της παιδικής του ηλικίας – που στην περίπτωσή του είναι το χωριό Πόβλα, της Ηπείρου. Ο ήρωάς του, ο ίδιος ο συγγραφέας κατά κάποιο τρόπο, πεθαίνει, κι αφού η ψυχή του περιφέρεται για ένα διάστημα άσκοπα, επιστρέφει τελικά στον γενέθλιο τόπο, κι αφήνεται στην αγαπημένη του συνήθεια, να κάθεται και να αφουγκράζεται τις γυναίκες του χωριού να συζητάνε, να λένε ιστορίες από το παρελθόν που σημάδεψαν τη ζωή τους. Στο κεφάλαιο αυτό, με τον τίτλο «Ό,τι έβρεξε το ‘πιε η γη», ο Δημητρίου αναπλάθει, με μεγάλο κέφι και έκδηλη την αγάπη του για τη μητρική γλώσσα, τον χωριανικό τρόπο ομιλίας, αφήνοντας τις γυναίκες να περιπλανιούνται μέσω της γλωσσικής ευφορίας τους στο χώρο και το χρόνο, με εμμονές που αντλούν από τα μαύρα χρόνια του Εμφυλίου.
Στο κεφάλαιο που ακολουθεί, υπό τον τίτλο «Η παρρησία της συμπόνιας», ο συγγραφέας, ως χαμένη ψυχή, αλλά και ως πρόσωπο, μας δίνει μια εξαιρετικά διεισδυτική και ολοκληρωμένη ανάλυση της ζωής στο χωριό, με γλαφυρότητα, βάθος και συγκινησιακή δύναμη. Με λόγο που ισορροπεί θαυμάσια ανάμεσα στη δοκιμιακή και τη βιωματική γλώσσα, αναδεικνύει την αντίθεση ανάμεσα στην πληρότητα της ζωής στον μικρόκοσμο της κοινότητας σε σχέση με τον κατακερματισμό και τη συναισθηματική απονέκρωση των ανθρώπων των αστικών κέντρων – με έντονο είναι η αλήθεια το στοιχείο της εξιδανίκευσης, από τη μία, και της κάπως μονόπαντης καταδίκης της ζωής στην πόλη, από την άλλη.
Το πρόβλημα άλλωστε με τη νοσταλγία, όσο ταλέντο κι ευαισθησία κι αν ανακινεί, είναι ότι έχει μια πλευρά αδιέξοδη. Όσο καλά κατανοεί ο Δημητρίου τη ζωή στο χωριό, στην κοινότητα, τόσο δυσκολεύεται να δει στην αστική ζωή κάτι πέρα από την απώλεια ενός χαμένου παραδείσου. Από την άλλη, δεν είμαι βέβαιος ότι χάνει μεγάλα κομμάτια της αστικής πολυπλοκότητας. Οι σκέψεις του, ακόμη κι αν τους στερήσει κανείς την αξίωση της οικουμενικότητας, διαθέτουν κρυστάλλινη διαύγεια και στέρεη πατημασιά, και διατηρούν το βάρος τους ακόμη κι έξω από το ιδεολογικό-βιωματικό πλαίσιο που τις γέννησε. Αναμφίβολα, ένας συγγραφέας που δεν σου επιτρέπει να τον αγνοήσεις.

Απόσπασμα
«Είδα το χωριό μου και τα συκαρμαθιασμένα γειτονικά χωριά, πριν ακόμη περιχαρακωθούν στο κράτος, και θαύμασα το σφριγηλό πολιτισμό τους. Τα πιο πολλά πράγματα –με δυσκολία, βέβαια– τα έφτιαχναν μόνοι τους. Αλλά αυτή η δυσκολία τούς έμαθε να ξεχωρίζουν το σημαντικό και το απαραίτητο και ενστάλαζε στα αντικείμενα αφοσιωμένον χρόνο. Στα οικιακά σκεύη αλλά και στις λαμπρές φορεσιές τους ήταν έκδηλη η καλαισθησία, που δεν γινόταν ποτέ φανταχτερή και ξεχωριστή γιατί την ισορροπούσε η παράλληλη χρηστικότης.» (σ. 93)

02/02/2009

Περί «σιωπής των διανοουμένων»

Ο Δεκέμβρης που μας πέρασε, έτσι όπως σημαδεύτηκε από τα «βίαια γεγονότα» ή την «εξέγερση των νέων» –η γλώσσα, βέβαια, δεν είναι ουδέτερη–, υπήρξε μεταξύ άλλων μια σκληρή δοκιμασία για την κριτική ετοιμότητα της ελληνικής διανόησης να κατανοήσει, να ερμηνεύσει, να αναλύσει την κοινωνική πραγματικότητα, να οδηγήσει τη συζήτηση –ως είθισται να λέμε– παρακάτω. Σηκώνει βέβαια πολλή συζήτηση για το ποιοι και υπό ποιες προϋποθέσεις αναλαμβάνουν σε τέτοιες συνθήκες το βάρος της εκπροσώπησης των πνευματικών ανθρώπων – όρος με τον οποίο συχνά αναφέρονται μη «πνευματικοί άνθρωποι» σε κάποια φανταστική κάστα «σοφών» που θα επέβαλλε με το κύρος και την πειθώ της τη δική τους από τα πριν συγκροτημένη άποψη.
Ωστόσο, αν κάτι διακρίνει τον ειλικρινή διανοούμενο από εκείνους που απλώς αναπαράγουν στερεότυπα –αντιεξουσιαστικά, αριστερά, φιλελεύθερα ή δεξιά– είναι ακριβώς η ικανότητά του να δει, ακόμη και μέσα στη φλεγόμενη συγκυρία, πάνω και πέρα από τις έτοιμες εικόνες, τις προκάτ ευαισθησίες, τον ξύλινο λόγο της «συντήρησης» ή της «ανατροπής». Να νοηματοδοτήσει την, ούτως ή άλλως χαώδη, πραγματικότητα με έναν λόγο πυκνό, συγκροτημένο, χρήσιμο. Διότι, σε αντίθεση με τη λογοτεχνία, η κριτική σκέψη οφείλει να σέβεται τον Λόγο, δηλαδή τη λογική συνάρθρωση των επιχειρημάτων, με διαύγεια θέσεων, καθαρότητα προθέσεων, κριτικό έλεγχο. Σε στιγμές κοινωνικής και πολιτικής αναστάτωσης, εύκολα ψαρεύει κανείς στα θολά νερά του ομογενοποιημένου θυμικού, μιας συγκίνησης που επιζητά καθολική γενίκευση, παλλαϊκό χαρακτήρα. Σε τέτοιες δοκιμασίες, κοινωνίες ανώριμες όπως η ελληνική, διακατέχονται από μια σχεδόν μαζοχιστική διάθεση αυτοακύρωσης, στο πλαίσιο ενός τελετουργικού αυτοτιμωρίας με έντονα ναρκισσιστικά στοιχεία: Την ίδια στιγμή που αισθανόμαστε ο απόπατος του κόσμου (και τούτο ανάγεται σε νομιμοποιητική βάση ακραίων βιαιοτήτων), την ίδια ακριβώς στιγμή φαντασιώνουμε να δίνουμε –για μια ακόμη φορά– τα φώτα στον υπόλοιπο κόσμο. Εδώ, η ακροδεξιά μεγαλομανία, που κατασκευάζει έναν ελληνικό πολιτισμό σε ρόλο φωτοδότη της πρωτόγονης Δύσης («όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες…») συναντά τις αριστερίστικες εμμονές μιας μερίδας πενηντάρηδων που έχουν μεγαλώσει με τα φαντάσματα του Μάη και του Πολυτεχνείου. Σε αυτό το πλαίσιο, η ενηλικίωση –αναγνώριση του λειψού της επιθυμίας, εξασθένιση των φαντασιώσεων παντοδυναμίας, ανάληψη ευθύνης απέναντι στους νεότερους–, θεωρείται κάποιου είδους ασθένεια την οποία δύνασαι να αποφύγεις απλώς αρνούμενος την πραγματικότητα, κι εν προκειμένω την ιδιότητά της να μεταβάλλεται – και μαζί της ιδέες, κοσμοείδωλα, νοοτροπίες και αντιλήψεις.
Κι όμως, μέσα σε αυτό το όχι και τόσο αισιόδοξο πλαίσιο, παρατηρήθηκε ένα εξαιρετικά ελπιδοφόρο φαινόμενο: Οι διανοούμενοι –συγγραφείς ή δημοσιογράφοι που καταφέρνουν να αρθρώσουν λόγο, πανεπιστημιακοί που παράγουν πρωτότυπη σκέψη, λιγοστοί καλλιτέχνες– έδωσαν ένα ηχηρό παρών. Με την πλούσια αρθρογραφία τους στον Τύπο ή σε περιοδικά, παρήγαν ένα σημαντικό σώμα κειμένων που λειτούργησε ως ανάχωμα στην αφασία και στα παντός είδους στερεότυπα. Τις τρεις τελευταίες εβδομάδες του Δεκέμβρη, και λιγότερο την πρώτη του Γενάρη, δημοσιεύτηκε στην Ελλάδα τόσο μεγάλος όγκος υπεύθυνου κριτικού λόγου, είδαν το φως της δημοσιότητας τόσα πολλά συγκροτημένα και ουσιαστικά ευαίσθητα κείμενα, όσο ποτέ τα τελευταία χρόνια. Το βάρος αυτής της προσπάθειας το σήκωσαν, είτε αρέσει αυτό είτε όχι, οι εφημερίδες, με ναυαρχίδες της Κυριακάτικες. Υπήρξαν Κυριακές που χρειαζόσουν ώρες πολλές για να διαβάσεις και να ξαναδιαβάσεις τα δεκάδες κείμενα ή σχόλια που φώτιζαν διαφορετικές όψεις της πραγματικότητας, τιμώντας πραγματικά το ρόλο του Τύπου σε κρίσιμες ή και οριακές καταστάσεις. Σίγουρα, ο καθένας, αναλόγως τις ευαισθησίες και την πολιτική του τοποθέτηση, έκανε και κάνει τις επιλογές του. Η άποψή μου πάντως είναι ότι όλες οι εφημερίδες –πλην ορισμένων από τις οποίες ούτως ή άλλως κανείς εχέφρων άνθρωπος δεν περιμένει τίποτε–, κράτησαν ψηλά τον πήχυ της ενημέρωσης, προσφέροντας στους αναγνώστες σφαιρική παρουσίαση των γεγονότων και εργαλεία κριτικής σκέψης και ανάλυσης.
Μολαταύτα, οι φωνές που εγκαλούσαν τους πνευματικούς ανθρώπους, τους διανοούμενους, να «πάρουν θέση», να «ξυπνήσουν από το λήθαργό» τους, να βγουν από τα «χρυσά κλουβιά τους», να «αναλάβουν τις ευθύνες» τους, δεν κόπασαν. Κάποιοι, πληρώνοντας το τίμημα της άρνησης ενηλικίωσης και ανάληψης ρόλου, δεν ικανοποιούνται ποτέ και με τίποτε. Φαίνεται πως μόνο αν γίνουν όλα στάχτη και μπούρμπερη, κατ’ εικόνα του ανερμάτιστου ψυχισμού τους, μόνο τότε αποκτούν σημασία.


Η παραπάνω παθογένεια εκφράζεται με ιδιαίτερα μεγάλη ένταση κάθε φορά που η συζήτηση μεταφέρεται, συχνά με όρους συγκεχυμένους και φρασεολογία που μυρίζει ναφθαλίνη, στο ζήτημα της νομιμοποίησης της βίας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, προτροπές μετριοπάθειας και κατευνασμού των πνευμάτων –μπορεί να υπάρξει αλλιώς παραγωγικός διάλογος, αν βέβαια αυτό είναι που επιθυμούμε;–, όπως για παράδειγμα η απερίφραστη καταδίκη συλλήβδην των πράξεων βίας και αντεκδίκησης, ξεσηκώνουν οργισμένες αντιδράσεις κι εκλαμβάνονται ως ύποπτες προσπάθειες συμψηφισμού. Η υστερία που διοχετεύεται σε αυτές τις αντιδράσεις είναι τόση και τέτοιας τοξικότητας, ώστε συνήθως είναι αδύνατον να συγκροτηθεί ένα συνεκτικό κι έλλογο πλαίσιο διαλόγου. Ανακατεύονται, φύρδην μύγδην, ετερογενείς συνθήκες και καταστάσεις, ανασύρονται παραδείγματα από το ηρωικό παρελθόν της Επταετίας –που επανέρχεται διαρκώς, σαν το φάντασμα του πατέρα στον Άμλετ, ζητώντας εκδίκηση, μόνο που στην περίπτωσή μας δεν υπάρχει φόνος ούτε και πτώμα, μονάχα μανία καταδίωξης– ή από τα πάθη του παλαιστινιακού λαού. Επινοούνται παντοδύναμοι πατέρες-αφέντες που ασκούν ανείπωτη βία –συμβολική και υλική– στα ανυπεράσπιστα παιδιά τους. Η βία σχετικοποιείται, η τρομοκρατία επίσης, ενώ οποιαδήποτε παρότρυνση για συμμόρφωση σε γενικούς κανόνες συνύπαρξης εισπράττεται ως ταπεινωτική επιβολή (δεν λείπουν οι σεξουαλικής φύσεως συνδηλώσεις…), στο όνομα της οποίας ο καθένας διεκδικεί ηθικό δικαίωμα βίαιης ανταπάντησης: Το σύνθημα που εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο αυτή την παρανόηση είναι το γνωστό «βία στη βία της εξουσίας» που κοσμεί σχολεία και πανεπιστήμια, ως οιονεί μεταφυσική αλήθεια.
Μια ακόμη σκέψη, που βασίζεται κυρίως στο βίωμα και την παρατήρηση: Οι πιο λαύροι θιασώτες της άποψης «να ακούσουμε τα παιδιά», «τα παιδιά έχουν δίκιο ό,τι κι αν κάνουν», «εικόνα μας είναι τα παιδιά, εμείς φταίμε» είναι κάτι πενηντάρηδες συν πλην, αιώνιοι έφηβοι που για διάφορους λόγους δεν τόλμησαν ή δεν θέλησαν να κάνουν παιδιά. Δικαίωμά τους. Δίπλα τους, επίσης οργισμένοι και βαθιά ενοχικοί, κάποιοι που, συχνά σε νεαρή ηλικία, συχνότερα χωρίς να το πολυθέλουν, βρέθηκαν στο άχαρο κοστούμι του «μπαμπά» ή στο φουστάνι της «μαμάς», δίχως ποτέ να ξεπεράσουν την αμηχανία που τους γεννούσε ο ρόλος – τόσο συμβατικό και άχαρο τον ήθελε η ηρωική μυθολογία που τους εξέθρεψε. Οι περισσότεροι υπήρξαν ανεπαρκείς, αόρατοι, άφαντοι όταν τα παιδιά τούς χρειάστηκαν. Δεν τους στάθηκαν πραγματικά, δεν τους μίλησαν, δεν τους έδωσαν άξονες ζωής, ηθικό κέντρο στην ύπαρξή τους. Απάτησαν, απατήθηκαν, εξαπάτησαν, εξαπατήθηκαν, και πραγματικά έφτασαν στο σημείο –κι αυτό έχει πράγματι μια δόση τραγικότητας– να μην έχουν να πουν ΤΙΠΟΤΕ ΘΕΤΙΚΟ στα παιδιά τους. Στο κενό που αυτοί δημιούργησαν, ή που δεν κάλυψαν όσο θα έπρεπε, έπεσαν εκείνα –παιδιά της εποχής τους, ταυτόχρονα–, με μοναδική κληρονομιά, ασυνείδητο πρόταγμα, να ζήσουν κι αυτά μια μέρα το δικό τους «Πολυτεχνείο», το δικό τους «Μάη», τη δική τους «Αντίσταση» (θυμηθείτε το πανό στην Ακρόπολη). Απέναντι σε τι, σε ποιον, με ποιο σκοπό, ουδέποτε τους εξηγήθηκε επαρκώς. Λες και κάθε θετική διέξοδος θα σήμαινε αυτόχρημα άρνηση των ιδανικών τους, ταύτιση με τους «βολεμένους», προδοσία του «επαναστατικού κανόνα».
Τελειώνοντας, μερικά (όχι και τόσο) αυτονόητα: Η βία, στη χώρα μας, δεν είναι η εξαίρεση. Είναι ενδημικό φαινόμενο, ο θλιβερός κανόνας της δύσκολης συμβίωσής μας. Χουλιγκανισμός, τρομοκρατία, αστυνομική βία, εργοδοτική αυθαιρεσία, συνδικαλιστικός τσαμπουκάς, οικογενειακή βία, φονική επιθετικότητα στους δρόμους, κ.ά. Σ’ αυτή τη βαθιά διχασμένη και οργισμένη κοινωνία, όλοι επιτίθενται εναντίον όλων καθημερινά. Αν προσθέσει κανείς στο εκρηκτικό κοκτέιλ και το ενάμιση εκατομμύριο μετανάστες, με τα δικά τους δίκια και τις ιδιαίτερες πολιτισμικές αναφορές τους, καθώς και την επερχόμενη οικονομική κρίση, που μοιραία θα πλήξει πρώτα τους αδύναμους, το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι μερικά ακόμη… κοκτέιλ μολότοφ. Κάτω από αυτό το πρίσμα, και όχι από εξαρτημένα συντηρητικά ανακλαστικά, το να καταδικάζει κανείς τη βία «απ’ όπου κι αν προέρχεται», ίσως είναι μια ουσιαστικά προοδευτική στάση, κόντρα στη διχαστική και αντικοινωνική κουλτούρα βίας και παραβατικότητας που μας έχει επιβληθεί ως μοίρα σε αυτή τη χώρα. Ειδάλλως, θα είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε ξανά και ξανά, σαν τους τιμωρημένους κάποιας καφκικής αποικίας, το ίδιο πληκτικό έργο – όπως μας υπενθύμισαν με την επανεμφάνισή τους οι αφασικοί Ρομπέν-κουμπουροφόροι.

(Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύεται στο "Διαβάζω" Φεβρουαρίου)

30/01/2009

Ζιγκ ζαγκ στον πολιτισμό

■ Η μεγαλύτερη επιτυχία της φετινής Έκθεσης Παιδικού και Εφηβικού Βιβλίου είναι ότι πραγματοποιήθηκε. Παρά την ΥΠΠΟχρηματοδότηση, τη δυσμενή οικονομική συγκυρία αλλά και τη δυστοκία ορισμένων, η Έκθεση διοργανώθηκε και φέτος, στον ίδιο χώρο, την ίδια εποχή. Έγινε θεσμός.
■ Όχι ότι η ίδια η Έκθεση δεν ήταν επιτυχής. Εξήντα οργανωμένες επισκέψεις σχολείων, δεκάδες εκπαιδευτικοί και βιβλιοθηκονόμοι, και φυσικά πολλοί περισσότεροι απλοί γονείς με τα παιδιά τους γέμισαν τους χώρους της Έκθεσης στις τέσσερις μέρες της διάρκειάς της.
■ Από συγγραφείς, το «παρών» έδωσαν οι Ευγένιος Τριβιζάς (στην παρουσίασή του κοντέψαμε να ποδοπατηθούμε, χαλάλι του), Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Βούλα Μάστορη, Κάρμεν Ρουγγέρη, Βασίλης Παπατσαρούχας, Γιολάντα Τσιαμπόκαλου, Αρης Δημοκίδης, Ρένα Ρώσση-Ζαΐρη, Λήδα Βαρβαρούση, κ.ά.
■ «Όταν τα παιδιά γνωρίζουν και μαθαίνουν να αγαπούν το βιβλίο, μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο κόσμος πράγματι μπορεί να γίνει καλύτερος», είπε μεταξύ άλλων ο νέος Υπουργός Πολιτισμού στο λόγο του στα εγκαίνια.
■ Περιμένουμε τα έργα. Μέχρι το Υπουργείο να αποφασίσει να στηρίξει ορισμένα αυτονόητα πράγματα (η συγκεκριμένη Έκθεση είναι ένα από αυτά), το μπράβο μας στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, που έχει πια αποκτήσει σημαντική τεχνογνωσία στο στήσιμο μεγάλων γεγονότων, στον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου που συνεισέφερε τα μάλα, και βέβαια στους ίδιους τους Εκδότες, χάρη στο πείσμα των οποίων κατέστη δυνατή η φετινή Έκθεση.
■ Το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης είναι μια νησίδα ποιότητας, με εκδόσεις βιβλίων αναφοράς, στη λογοτεχνία, τη φιλολογία, τις επιστήμες και τις τέχνες, άψογα επιμελημένων τυπογραφικά και γλωσσικά.
■ Για το ΜΙΕΤ ο Φλεβάρης είναι μήνας «ανοίγματος» στους αναγνώστες, μήνας εκπτώσεων. Στα τέσσερα βιβλιοπωλεία του Ιδρύματος, δύο στην Αθήνα και δύο στη Θεσσαλονίκη, θα βρείτε προσφορές που φτάνουν μέχρι και το 40%. Ρίξτε μια ματιά στο www.miet.gr.
■ Κι αν σας περισσέψουν λίγα χρήματα ακόμη, υπάρχει και συνέχεια: Το 14ο Παζάρι Βιβλίου ξεκινάει την Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου, και θα συνεχίζεται μέχρι και την Κυριακή, 15 του μήνα. Διοργανωτής, ο Σύνδεσμος Εκδοτών Βιβλίου, υπό την αιγίδα του Δήμου Αθηναίων. Στην Πλατεία Κλαυθμώνος, βέβαια.
■ Σύνθημα του Παζαριού: «Υιοθετείστε ένα βιβλίο, πρέπει να ζήσει».
■ Δεν τη συμμεριζόμαστε αυτή την άποψη. Δεν αξίζουν ΟΛΑ τα βιβλία να ζήσουν. Για πολλά από αυτά η πιο επωφελής κατάληξη είναι ο χαρτοπολτός. Μόνο που, για το ποια θα είναι αυτά, αποφασίζετε, μεταξύ άλλων, κι εσείς. Το Παζάρι βιβλίου είναι μια ευκαιρία να εκφράσετε έμπρακτα τη γνώμη σας.
■ Παρουσιάστηκε πρόσφατα το πρόγραμμα του Megaron Plus για το 2009. Προσοχή: Μην στριμωχτείτε όλοι στον Γιάλομ, υπάρχουν ένα σωρό ενδιαφέροντες ομιλητές. Εμείς, λόγω επαγγελματικής διαστροφής, σας προτείνουμε τρεις μυθιστοριογράφους.
■ Οι Νικολό Αμανίτι, από την Ιταλία, Ντάνιελ Κέλμαν από τη Γερμανία και Σαντιάγκο Ρονκαλιόλο από την Ισπανία, συνιστούν ένα θαυμάσιο «μπουκέτο». Θα συνυπάρξουν επί σκηνής την ίδια μέρα (στις 26/5).
■ Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε την αίτηση ανακλήσεως που υπέβαλλε η Έρση Σωτηροπούλου κατά της αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου που διέτασσε την προσωρινή απόσυρση του μυθιστορήματός της «Ζιγκ Ζαγκ στις νεραντζιές» από τις σχολικές βιβλιοθήκες. Ανακούφιση.
■ Θυμίζουμε ότι η αρχική απόφαση λήφθηκε έπειτα από προσφυγή του –κατ’ ομολογία του– ναζιστή Κωνσταντίνου Πλεύρη, συγγραφέα μεταξύ άλλων ενός από τα πιο αντισημιτικά και ρατσιστικά βιβλία που έχει κυκλοφορήσει σε ευρωπαϊκό έδαφος μεταπολεμικά (δεν πρόκειται να το διαφημίσουμε). Το οποίο, ωστόσο, κυκλοφορεί νόμιμα, παρότι εξάπτει το φυλετικό μίσος και προτρέπει σε ρατσιστική βία.


■ Απεβίωσε, λίγες μέρες πριν, στα 76 του χρόνια, ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς, ο Τζον Απντάικ (βλ. φωτό). Στην Ελλάδα κυκλοφορούν πολλά βιβλία του, τα περισσότερα από τον Καστανιώτη. Εμείς ωστόσο σας προτείνουμε το «Μες στην ομορφιά των κρίνων» (εκδόσεις Bell, μτφρ. Λίλη Ιωαννίδου). Ένα πανόραμα της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας.

28/01/2009

John Updike, "Μες στην ομορφιά των κρίνων"

Πέθανε χθες ο σημαντικός αμερικανός συγγραφέας Τζον Απντάικ. Αναδημοσιεύω εδώ το κριτικό κείμενό μου για ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματά του.

Καθώς ο εικοστός αιώνας πλησιάζει στο τέλος του, αφήνοντας πίσω του δυο παγκοσμίους πολέμους, τεράστιες κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές, αλλά και τη γένεση μιας θαυμαστής νέας τέχνης ―του κινηματογράφου―, μερικοί από τους σπουδαιότερους σύγχρονους αμερικανούς συγγραφείς, από τον Ντον Ντελίλο και τον Φίλιπ Ροθ, μέχρι και τον Τζον Απντάικ, φαίνεται να διακατέχονται από μια διάθεση απολογισμού, διάθεση που εκφράζεται με την επιστροφή τους στις μεγάλες αφηγήσεις, στα μυθιστορήματα-ποταμούς. Και δεν είναι τόσο ο όγκος των βιβλίων που ο ένας μετά τον άλλο καταθέτουν τα τελευταία τρία χρόνια ―τα περισσότερα πολύ μεγαλύτερα των εξακοσίων σελίδων― όσο ο εξαιρετικά φιλόδοξος χαρακτήρας τους, δηλαδή η προσπάθειά τους να καλύψουν εξαντλητικά μια μεγάλη χρονική περίοδο, κατά κανόνα ολόκληρο τον αιώνα.
Ο Τζον Απντάικ, με το πρόσχημα ενός οικογενειακού έπους, την ιστορία των Γουίλμοτ, διατρέχει τέσσερις ολόκληρες γενιές αμερικανών, περνώντας τους ήρωές του μέσα από τα σημαντικότερα γεγονότα που σημάδεψαν τον αιώνα που φεύγει. Από την οικονομική κρίση του τριάντα ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, από την δεκαετία του εξήντα και το Βιετνάμ ώς τις μέρες μας, ο Απντάικ προσπαθεί με την αξιοθαύμαστη σχολαστικότητα του ιστοριοδίφη, να καλύψει, αλλά και να σχολιάσει, κάθε πτυχή της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας. Για να το πετύχει αυτό και να αποφύγει τον σκόπελο της απλής παράθεσης γεγονότων επιλέγει δυο κεντρικούς άξονες, δυο θεματικές ενότητες που διαρκώς αλληλοφωτίζονται και που καθ΄ όλη την εξέλιξη του βιβλίου χρησιμοποιούνται ως ράγες πάνω στις οποίες κινείται με ασφάλεια η δαιδαλώδης αφήγησή του: Από τη μία, το θρησκευτικό συναίσθημα, ή, μάλλον, η σταδιακή υποχώρησή του και η έκπτωσή του σε διάφορες μορφές θρησκευτικού φανατισμού, και από την άλλη, η ιστορία του κινηματογράφου, η άνθηση της νέας "θρησκείας" και τα τεκταινόμενα στο Χόλιγουντ, στην ―όχι τυχαία― επονομαζόμενη "Μέκκα του κινηματογράφου".

Από γενιά σε γενιά
Το "Μες στην ομορφιά των κρίνων", λόγω του όγκου του και του πολυπρισματικού του χαρακτήρα, αντιστέκεται σε οποιαδήποτε προσπάθεια συνοπτικής του παρουσίασης. Υπάρχουν ωστόσο δύο προνομιούχα σημεία, η αρχή και το τέλος του, τα οποία είναι απολύτως δηλωτικά του πνεύματος του βιβλίου. Η αφήγηση αρχίζει συμβολικά με τα γυρίσματα μιας ταινίας του Ντέηβιντ Γκρίφιθ ―από τους πρωτεργάτες της κινηματογραφικής τέχνης― κατά την διάρκεια των οποίων το αστέρι του βωβού Μαίρη Πίκφορντ αισθάνεται μια αδιαθεσία και λιποθυμά. Την ίδια στιγμή η αφήγηση μεταφέρεται λίγα χιλιόμετρα παραπέρα, στο ιερό μιας εκκλησίας όπου ο αιδεσιμότατος Κλάρενς Γουίλμοτ νιώθει την πίστη του στο θεό να τον εγκαταλείπει σε μια αποκαλυπτική στη θρησκευτικότητά της σκηνή. Στο τέλος του βιβλίου, ογδόντα χρόνια αργότερα, ο δισέγγονός του, ο Κλάρκ, βρίσκεται αποκλεισμένος από την αστυνομία και τα τηλεοπτικά συνεργεία σ΄ ένα αγρόκτημα μαζί με δεκάδες άλλα μέλη μια παρανοϊκής σέκτας, αποκλεισμός που καταλήγει σε ένα παραληρηματικό αιματοκύλισμα όταν ο γκουρού της οργάνωσης διατάσσει την αυτοπυρπόληση και την αλληλοεξόντωση των οπαδών του.
Οι ήρωες τού Απντάικ, από τον ιερέα που χάνει την πίστη του στην αρχή του βιβλίου ως την εγγονή του που γίνεται σταρ του σινεμά, μετακινούνται στο χρόνο αλλά και στο χώρο, από την βαθιά τυπική αμερικάνικη επαρχία προς τις μεγάλες μητροπόλεις, κουβαλώντας μαζί τους τα όνειρα και τις αμφιβολίες τους. Ο Απντάικ ελίσσεται με ευκολία από το συλλογικό στο ατομικό και αντίστροφα, ενσωματώνοντας παράλληλα στο εσωτερικό των ηρώων του τόσο το ρευστό περιβάλλον μέσα στο οποίο δρουν και αντιδρούν όσο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της οικογενειακής ιστορίας τους. Οι χαρακτήρες επικοινωνούν από γενιά σε γενιά, σαν πολύπλοκα συγκοινωνούντα δοχεία, και κάθε ένας από αυτούς φέρει μέσα του το παρελθόν ως ενεργό φορτίο. Έτσι η χαμένη θρησκευτική πίστη του παππού Γουίλμοτ, μεταλλάσσεται σε υπαρξιακή ατολμία στον γιο του Τέντυ, εξελίσσεται σε μια ναρκισσιστικού τύπου βεβαιότητα στην εγγονή του Έσι και ξεσπάει ως βίαιος θρησκοληπτικός παροξυσμός στον γιο της Έσι, τον Κλάρκ. Μια συνεχής επαναδιαπραγμάτευση του παρελθόντος, όπου τίποτα δεν χάνεται, τίποτα δεν πεθαίνει για πάντα και τίποτα δεν συγχωρείται οριστικά.

Βασικές αξίες
Το μυθιστόρημα κλείνει απαισιόδοξα, με διάχυτη την πικρία για ένα λαό που έχει χάσει τον προσανατολισμό του, μια χώρα που κυριαρχείται από την τηλεοπτική υστερία καθώς και από μια μεταφυσική δίψα που δεν βρίσκει διέξοδο παρά μέσα στην αυτοκαταστροφή. Το φως της κινηματογραφικής μηχανής προβολής μέσα στην σκοτεινή αίθουσα, καταφύγιο του έκπτωτου ιερέα αλλά και σχεδόν όλων των ηρώων του βιβλίου, μοιάζει αδύναμο να υποκαταστήσει το φως της πίστης, όχι μονάχα της θρησκευτικής αλλά και της πίστης εν γένει, της πίστης στη ζωή, στην εργασία και την ελευθερία, σε όλα όσα θεμελίωσαν κάμποσα χρόνια πριν την αμερικανική ουτοπία. Η "Μέκκα" του κινηματογράφου θυμίζει όλο και λιγότερο το άγιο τόπο της "νέας θρησκείας" και όλο και περισσότερο τη Βαβυλώνα. Μοναδική αχτίδα αισιοδοξίας οι τελευταίες φράσεις του βιβλίου, όταν μέσα από τις φλόγες και το μακελειό βγαίνουν σαν από την κόλαση οι λιγοστοί επιζήσαντες που, διόλου τυχαία, αποτελούνται αποκλειστικά από γυναίκες και παιδιά: Τα παιδιά, αυτές είναι οι τελευταίες δυο λέξεις του μυθιστορήματος, το έσχατο καταφύγιο της ελπίδας.

26/01/2009

Απόστολος Δοξιάδης, Χρίστος Χ. Παπαδημητρίου, "LOGICOMIX"

ΤΟ ΓΡΑΦΙΣΤΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, όπως επικράτησε στα ελληνικά ο όρος graphic novel, είναι ένα σχετικά νέο είδος. Βέβαια, κόμικς με καλλιτεχνικές προθέσεις υπήρξαν και παλιότερα, ωστόσο ο όρος έρχεται μάλλον να περιγράψει τον συνδυασμό καλλιτεχνικής στόχευσης με τον πλούτο και το εύρος της μυθιστορηματικής αφήγησης. ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΡΥΦΑΙΕΣ στιγμές τους είδους, υπήρξε αναμφίβολα το «MAUS» του αμερικανοεβραίου Αρτ Σπίγκελμαν, που του χάρισε και το βραβείο Πούλιτζερ. Ωστόσο, μεγαλύτερη διείσδυση στο ελληνικό κοινό φαίνεται να είχε, της ομότιτλης ταινίας βοηθούσης, το «ΠΕΡΣΕΠΟΛΙΣ» της ιρανής Μαριάν Σατραπί. Για τα ΚΟΜΙΚΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ φαίνεται να ισχύει, κατ’ αναλογίαν, ό,τι και στον κινηματογράφο: Υψηλά επίπεδα τεχνικής, ενδιαφέρον εικαστικό αποτέλεσμα, αλλά πρόβλημα σεναρίου και ουσίας. Από αυτή την άποψη, το LOGICOMIX δεν έχει προηγούμενο. Τόσο το σχέδιο και το χρωμάτισμά του, όσο και το ντεκουπάζ του, και βέβαια η στέρεα αφηγηματική δομή και το μεγάλο θέμα του, συνθέτουν ένα ιδιαίτερα «κεντημένο» σύνολο. Αν ήταν κινηματογραφική ταινία, θα τη λέγαμε ΥΠΕΡΠΑΡΑΓΩΓΗ. Η ιστορία είναι, λίγο πολύ, γνωστή: Στις αρχές του αιώνα, μια ομάδα σημαντικών μαθηματικών ανέλαβε το άχθος της ΛΟΓΙΚΗΣ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗΣ των μαθηματικών. Πρωταγωνιστής σε αυτή την προσπάθεια ήταν ο θεμελιωτής της σύγχρονης λογικής ΜΠΕΡΤΡΑΝΤ ΡΑΣΕΛ – κεντρικός ήρωας και ενδοκειμενικός αφηγητής του βιβλίου. Το εγχείρημα, στο οποίο ενεπλάκησαν κάμποσοι διάσημοι μαθηματικοί (Κάντορ, Χίλμπερτ, Φρέγκε, κ.ά) κατέληξε σε αποτυχία, η οποία σφραγίστηκε και μαθηματικά από το ΘΕΩΡΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑΣ του Κουρτ Γκέντελ. Αποτυχία, που έφτασε στα όρια της ανθρώπινης τραγωδίας, μια και πολλοί από τους πρωταγωνιστές, ή τα παιδιά τους, οδηγήθηκαν στην ψύχωση. Μοιραία, ένα από τα κεντρικά ζητήματα που βάζει το βιβλίο είναι η σχέση ΛΟΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΡΕΛΑΣ, αφού το φαινόμενο αφορά ειδικά τους μαθηματικούς που ασχολήθηκαν με τη λογική. Ήταν αναμφίβολα μια ΣΙΣΥΦΕΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ, μια μοναδική στιγμή στη σύγχρονη ιστορία. Η αποτυχία αυτή έθεσε όρια στην ανθρώπινη γνώση, αφήνοντας τη συναίσθηση, την ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΟΡΑΣΗ, την ποίηση, να εκφράσουν το ανείπωτο, το αθεμελείωτο. Δεν είναι ίσως τυχαία η σημαντική επίδραση που ασκεί σήμερα, παρά το μικρό συγκρητικά έργο του, ο ΛΟΥΤΒΙΧ ΒΙΤΓΚΕΝΣΤΑΪΝ, εκ των πρωτεργατών της κατεδάφισης του φιλόδοξου εγχειρήματος της θεμελίωσης. Ωστόσο, η ιδιαίτερη συνεισφορά του LOGICOMIX έγκειται αλλού: Στη σύνδεσή της με τα διακυβεύματα της Δημοκρατίας, via της Τριλογίας των Ατρειδών, και ειδικότερα του «ΟΡΕΣΤΗ». Όχι τυχαία, η ενδοκειμενική αφήγηση του Ράσελ ξεκινάει ως προσπάθεια να βοηθήσει τους συμμετέχοντες σε μια διαδήλωση «απομονωτιστών» (όσοι αντιτάσσονταν στην είσοδο της Αμερικής στον πόλεμο) να πάρουν τη ΛΟΓΙΚΑ ΟΡΘΗ ΑΠΟΦΑΣΗ. Στο τέλος, ο Ράσελ δεν αποφασίζει για λογαριασμό τους, αλλά τους λέει ότι –έχοντας γνώση των, έστω ατελών, εργαλείων της λογικής–, η ευθύνη της απόφασης βαραίνει τον καθένα τους ξεχωριστά. Προάγοντάς τους έτσι από «λαό» σε ΠΟΛΙΤΕΣ. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με την παρέα να παρακολουθεί την τελευταία πράξη του «Ορέστη». Η Αθηνά κάνει κάτι πρωτοφανές: Μεταθέτει την ευθύνη της απόφασης για καταδίκη ή όχι του Ορέστη στους πολίτες, φτιάχνοντας έτσι το πρώτο ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΜΕ ΕΝΟΡΚΟΥΣ. Οι Ερινύες, που ζητούν αίμα και εκδίκηση, εξεγείρονται. Και τότε η Αθηνά, κάνει τη δεύτερη μεγαλειώδη κίνηση: Τους ζητά να γίνουν μέρος του σώματος των ενόρκων. ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ, η τραγωδία της αποτυχίας λογικής θεμελίωσης συνδέεται με την σημαντικότερη στιγμή της Τραγωδίας, τη στιγμή που αντανακλάται σε αυτή η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. Αφήνοντας πίσω τις δεισιδαιμονίες, την υπερβατική θεμελίωση του δικαίου, τους «παλιούς Θεούς», ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την έλειψη, με τη σχετική ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ του. Γίνεται Πολίτης.


(Δημοσιεύεται στο "Διαβάζω" Φεβρουαρίου, στη στήλη "Κόντρα Διάβασμα")

23/01/2009

Κωνσταντίνος Καμάρας, "Πάρε το μηδέν"

Τούτο το βιβλίο ίσως δεν απευθύνεται σε σένα. Εκτός αν γνωρίζεις τι είναι το subutteo ή αν χρειάστηκε να αγοράσεις ξανά μέρος της δισκοθήκης σου σε cd επειδή το βινίλιο έπαψε να είναι… πρακτικό. Ωστόσο κι εμείς –ουπς, προδόθηκα– δεν είμαστε λίγοι. Είμαστε βέβαια πιο διακριτικοί από εκείνους που προηγήθηκαν και σίγουρα πιο συμπλεγματικοί από εκείνους που ακολούθησαν, αλλά λίγοι δεν ήμαστε με τίποτε. Ποιοι είμαστε; Μα η γενιά χωρίς όνομα. Εκείνη που ακολούθησε τη Γενιά του Πολυτεχνείου (τα κεφαλαία είναι απαραίτητα) και προηγήθηκε της γενιάς του Διαδικτύου (επίσης). Γεννημένοι μεταξύ 1965 και 1975 ζήσαμε μια σειρά από μεγάλες αλλαγές, με μεγαλύτερη εκείνη που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ: την Αλλαγή προς το Σοσιαλισμό. Αυτά και άλλα πολλά μας διηγείται ο Κωνσταντίνος Καμάρας, σε αυτό το σπαρταριστό αντι-μανιφέστο μιας… περίπου γενιάς.

20/01/2009

Stefan Zweig, "Σκακιστική νουβέλα"

Έργο μεταιχμιακό, με πολλές φιλοσοφικές και αλληγορικές προεκτάσεις, η «Σκακιστική νουβέλα» του μεγάλου αυστροεβραίου συγγραφέα Στέφαν Τσβάιχ είναι δικαίως μια από πλέον διαβασμένες και σχολιασμένες νουβέλες του εικοστού αιώνα. Ήταν η τελευταία πράξη ενός πολυσύνθετου έργου –ποίηση, μεταφράσεις, λιμπρέτα, δοκίμια, πεζογραφία–, το οποίο σημαδεύτηκε από την αναγκαστική εξορία του συγγραφέα στην Αγγλία, στις ΗΠΑ και τέλος στη Βραζιλία, υπό το βάρος της επέλασης της ναζιστικής κτηνωδίας στη χώρα του και στην Ευρώπη γενικότερα. Εκεί, σε ένα μπάγκαλοουζ στην Πετρόπολη, στα εξήντα ένα του χρόνια, ο Τσβάιχ και η δεύτερη γυναίκα του, η Λότε Άλτμαν, έδωσαν τέλος στη ζωή τους, δίνοντας έτσι στη «Σκακιστική νουβέλα» το χαρακτήρα πνευματικής διαθήκης. Στο σημείωμά του προς τις βραζιλιάνικες αρχές, το ύφος του οποίου μαρτυρά πνευματική διαύγεια και ψυχική νηφαλιότητα, εξηγεί ως εξής την απόφαση που πήρε από κοινού με τη γυναίκα του: «[…] Ο κόσμος της γλώσσας μου σκοτείνιασε για μένα, και η Ευρώπη, ο χώρος των πνευματικών δεσμών μου, έχει κι αυτή αφανιστεί. […] Οι δυνάμεις μου έχουν εξαντληθεί από τα ατελείωτα χρόνια της ξενιτιάς μακριά από τα μέρη που με σημάδεψαν.»
Η ιστορία εκτυλίσσεται πάνω σε ένα πλοίο με δρομολόγιο από τη Νέα Υόρκη προς το Μπουένος Άιρες και το Ρίο, γεμάτο με Ευρωπαίους που αναζητούν μια νέα πατρίδα, στην Αργεντινή ή τη Βραζιλία, ενώ στην Ευρώπη κορυφώνεται η επέλαση του Χίτλερ. Ο αφηγητής, ανώνυμος, ταξιδεύει μαζί με τη γυναίκα του και έναν φίλο του, οι οποίοι επίσης δεν κατονομάζονται, όταν μαθαίνει ότι μαζί τους συνταξιδεύει ο παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκάκι, ο Σέρβος Μίρκο Τσέντοβιτς. Αμέσως γοητεύεται από τα όσα τον πληροφορεί ο φίλος του για τη ζωή και την προσωπικότητα του παγκόσμιου πρωταθλητή, κεντρικό στοιχείο της οποίας είναι η μονομέρεια: Ο Τσέντοβιτς είναι μια μεγαλοφυΐα του σκακιού, αλλά πλην αυτού είναι ένας εντελώς ακαλλιέργητος και άξεστος άνθρωπος. Είναι μια μηχανή που σκέφτεται λογικά, αλλά που δεν μπορεί να γράψει σωστά ούτε μια πρόταση.

Μονομαχία
Η προσπάθειες του αφηγητή να έρθει πιο κοντά στον Τσέντοβιτς αποτυγχάνουν, μέχρις ότου θα βρει σύμμαχο σε έναν Ιρλανδό έμπορο με παρορμητικό χαρακτήρα, τον ΜακΚόνορ, ο οποίος θα καταφέρει να τραβήξει τον πρωταθλητή με δέλεαρ το χρήμα. Μια σκακιστική επίδειξη λαμβάνει χώρα, με τον πρωταθλητή να παίζει μόνος εναντίον όλων των φίλων του σκακιού που βρίσκονται στο πλοίο. Η διαφορά επιπέδου ανάμεσα σε εκείνον και όλους τους άλλους είναι εξόφθαλμη, και ο Τσέντοβιτς νικάει ξανά και ξανά (επ’ αμοιβή, πάντοτε), αντιμετωπίζοντας τους «αντιπάλους» του με μεγάλη υπεροψία. Μέχρι που, λίγο πριν χαθεί και η τελευταία παρτίδα, εμφανίζεται ένας άγνωστος, που μοιάζει βαθύς γνώστης του παιχνιδιού, με την παρέμβαση του οποίου η παρτίδα οδηγείται σε ισοπαλία. Η αναπάντεχη αυτή «νίκη» πολώνει τα πράγματα, και παρά την απροθυμία του ξένου, κλείνεται ένα ακόμη ραντεβού για την επόμενη μέρα: Ο παγκόσμιος πρωταθλητής εναντίον του αγνώστου. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να πείσει τον ξένο, δρ. Μπ. τον ονομάζει, να παραβρεθεί στη συνάντηση και να αντιμετωπίσει τον Τσέντοβιτς. Στο μεταξύ όμως θα βρεθεί να ακούει την παράξενη και εντελώς ιδιαίτερη ιστορία του, που εξηγεί και τη σχέση του με το σκάκι.
Με δυο λόγια: Ο δρ. Μπ., δικηγόρος από ξακουστή οικογένεια της Βιέννης, βρέθηκε κρατούμενος των Ναζί, αλλά υπό εντελώς ιδιαίτερες συνθήκες. Το «κελί» του δεν ήταν παρά ένα κανονικό δωμάτιο ξενοδοχείου, χωρίς όμως καμιά θέα, αλλά και χωρίς κανένα αντικείμενο πέρα από τα απολύτως χρηστικά: Κρεβάτι, τραπέζι, κ.λπ. Σε αυτό το κενό που κινδύνεψε να τον οδηγήσει στην τρέλα, ο δρ. Μπ. βρήκε μια παράξενη διέξοδο. Μέσα από ένα βιβλίο που έκλεψε στη διάρκεια μιας από τις πολύωρες ανακρίσεις του, ήρθε σε επαφή με έναν μεγάλο αριθμό διάσημων σκακιστικών αγώνων, τους οποίους και απομνημόνευσε στο μυαλό του, «παίζοντας» κάθε μέρα φανταστικές παρτίδες. Δεν έμεινε όμως εκεί: Μέσα στον ωκεανό των στιγμών τους μήνες που έμεινε έγκλειστος στο ιδιότυπο κελί του, κατέγραψε πλήρως τη σκακιέρα, με τα πιόνια του, και τη συγκεκριμένη αριθμητική διάταξή τους πάνω στα μαύρα και άσπρα κουτάκια. Κατάφερε, οδηγώντας τον εαυτό του στα πρόθυρα της τρέλας, να παίζει ολόκληρες παρτίδες στο μυαλό του, ο «μαύρος» εαυτός του εναντίον του «άσπρου». Το αποτέλεσμα ήταν μια οξεία νευρική κρίση που τον οδήγησε στο νοσοκομείο, κι από εκεί στην απελευθέρωση. Παρότι ο γιατρός του έχει συστήσει να μην ξαναπαίξει ποτέ του σκάκι, γιατί θα κινδύνευε να ξανακυλήσει στην παραφροσύνη, ο δρ. Μπ. δεν μπορεί να αφήσει την ευκαιρία που του δίνεται για μια παρτίδα με τον παγκόσμιο πρωταθλητή: Θέλει να δει, να διαπιστώσει, αν το δικό του εγκεφαλικό παιχνίδι αντιστοιχεί πράγματι στις συνθήκες μιας αληθινής παρτίδας σκακιού.
Η κατάληξη της σύγκρουσης μεταξύ των δύο σκακιστικών μεγαλοφυών είναι απρόβλεπτη και νοηματικά πυκνή, αλλά ας την αφήσουμε καλύτερα για τον αναγνώστη – είπαμε ήδη πολλά. Η «Σκακιστική νουβέλα» γραμμένη με απλότητα και θαυμάσια ψυχολογική οξυδέρκεια διαβάζεται σαν να γράφτηκε μόλις χθες, και προσφέρεται για πολλαπλές σκέψεις και αναγνώσεις σχετικά με τις δυνατότητες της ανθρώπινης διάνοιας, τον απόλυτο χαρακτήρα της τέχνης και την κτηνωδία της μονομερούς ανάπτυξης της προσωπικότητας. Ωστόσο, η στιγμή στην οποία εξελίσσεται δεν μπορεί να περάσει ασχολίαστη: Ο Σέρβος, ωμή δύναμη, που ενδιαφέρεται μονάχα για την αποτελεσματικότητα και τη νίκη, απολίτιστος και απόμακρος κατά τα άλλα, βρίσκεται αντιμέτωπος με τον άνθρωπο που καταφεύγει στη λογική του παιχνιδιού προκειμένου να μην χάσει τα λογικά του, τον άνθρωπο που έχει ήδη συντριβεί από τη βία και τα ψυχολογικά βασανιστήρια. Πολλοί είδαν σε αυτή την αναμέτρηση μια αλληγορία του ωμού πραγματισμού των Ναζί και των λεπτεπίλεπτων εμμονών της βιεννέζικης υπερπολιτισμένης κοινωνίας, μέλος της οποίας ήταν άλλωστε προπολεμικά ο Τσβάιχ. Δίπλα τους ωστόσο δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς την ψύχραιμη και φιλοέρευνη στάση του αφηγητή, ο οποίος μονάχα αυτός –και μαζί του ο αναγνώστης– γνωρίζει πόσα περισσότερα από μια ήττα διακυβεύονται σε αυτή την τελευταία παρτίδα.

17/01/2009

«Επίλογος» και αντίλογος

■ Κυκλοφόρησε πρόσφατα η ετήσια πολιτιστική έκδοση «Επίλογος», με νέο εκδότη τον εφοπλιστή Σταύρο Κ. Γαλανάκη και σύμβουλο έκδοσης, και φέτος, τον Κώστα Γεωργουσόπουλο. Με 558 σελίδες ύλη και καλή αισθητική, ο φετινός «Επίλογος» καλύπτει μια μεγάλη γκάμα πολιτιστικών προϊόντων, μεταξύ των οποίων το βιβλίο, το θέατρο, τον κινηματογράφο, το χορό, τη μουσική και τη φωτογραφία.
■ Δεν λείπουν βέβαια και σελίδες αφιερωμένες σε ειδικά θέματα της πολιτιστικής μας πραγματικότητας. Από τις πιο ενδιαφέρουσες, η σελίδα της Όλγας Σελλά με τις «κόντρες» της χρονιάς, αλλά κι ένα αιρετικό κείμενο του Γιώργου Ξενάριου για τον Μ. Καραγάτση.
■ Τιμώμενο πρόσωπο για φέτος, η Νάνα Μούσχουρη, με την οποία ο αρχισυντάκτης του «Επιλόγου» Γιάννης Μπασκόζος έχει μια μακρά κι ενδιαφέρουσα συνομιλία. Η βραδιά προς τιμή της, στην οποία και θα παρουσιαστεί η φετινή έκδοση, θα λάβει χώρα μεθαύριο, την Παρασκευή, στις 20.30, στο Μουσείο Μπενάκη στην Πειραιώς.
■ Με μεγάλο αφιέρωμα στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη κυκλοφόρησε η «Νέα Εστία» Δεκεμβρίου. Γράφουν, μεταξύ άλλων, οι Μισέλ Φάις, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Σάββας Μιχαήλ. Επίσης, οι Νίκος Λάζαρης και Ανδρέας Μπελεζίνης απαντούν στην ανταπάντηση του Ευριπίδη Γαραντούδη στην αρνητική κριτική που του άσκησαν για την ανθολογία του «Η ελληνική ποίηση του 20ου αιώνα». Μπερδευτήκατε; Αν βρίσκετε ακόμη ενδιαφέρουσες τις λογοτεχνικές έριδες –όπως εμείς– αναζητείστε τα τεύχη Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου για να έχετε πλήρη εικόνα.
■ Επίσης: Κυκλοφόρησε το δεύτερο τεύχος της «Ποιητικής» του Χάρη Βλαβιανού, μετεξέλιξη της γνωστής μας «Ποίησης» που κατά πώς φαίνεται πέρασε οριστικά(;) στην Ιστορία. Πολλή ποίηση, αλλά και ουκ ολίγα κείμενα περί ποιητικής ή κριτικής συμπληρώνουν το τεύχος.
■ Με θέμα «Ψηφιακός λόγος» κυκλοφόρησαν τα χειμωνιάτικα «(δε)κατα», σε επιμέλεια Τιτίκας Δημητρούλια και Μπέκης Μπλουμ. Πρόκειται για το πληρέστερο και πιο κατατοπιστικό σχετικό αφιέρωμα που έχει πέσει στην αντίληψή μας.
■ Αφιερωμένη στον Άγγλο ποιητή Τζων Κητς κυκλοφόρησε το «Εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων», η γνωστή μας «Οδός Πανός» του Γιώργου Χρονά. Μπόνους του τεύχους, σε cd, η μουσική του Τάκη Φαραζή για μια από τις πιο πολυσυζητημένες θεατρικές παραστάσεις του καλοκαιριού, τη «Μήδεια» του Ανατόλι Βασίλιεφ.
■ Η «Παρέμβαση» βγαίνει στην Κοζάνη, με διευθυντή τον –και συγγραφέα– Β. Π. Καραγιάννη. Δημοσιεύει κυρίως ποιήματα και διηγήματα, και λιγότερο κριτικά κείμενα. Ο «Ίαμβος», αντιθέτως, βγαίνει στην Αθήνα, και το 20ο τεύχος είναι αφιερωμένο στον Μάνο Ελευθερίου. Γράφουν μουσικοί, καλλιτέχνες και συγγραφείς, μεταξύ των οποίων οι Δήμος Μούτσης, Χρήστος Λεοντής, Μανώλης Μητσιάς, Ελένη Γκίκα.
■ Στο «Διαβάζω» του Γενάρη δεσπόζει το αφιέρωμα στο παιδικό βιβλίο, ωστόσο το κείμενο που έχει συζητηθεί περισσότερο είναι η απάντηση του κριτικού λογοτεχνίας Αλέξη Ζήρα στον κριτικό και συγγραφέα Δημοσθένη Κούρτοβικ, σχετικά με κείμενο του τελευταίου στο οποίο κατηγορούσε μερίδα της κριτικής για καθεστωτική νοοτροπία και στάση. Απ’ ό,τι μαθαίνουμε, ο Κούρτοβικ προτίθεται να ανταπαντήσει, οπότε όσοι βρίσκετε ακόμη ενδιαφέρουσες τις λογοτεχνικές έριδες –όπως εμείς– δεν θα μείνετε παραπονεμένοι.
■ Επίσης, από το editorial του Γιάννη Μπασκόζου, για τα γεγονότα του Δεκέμβρη: «[…] η οργή αυτή είναι ενάντια στα δεδομένα πλαίσια που για χρόνια διαμορφώνουν την ελληνική κοινωνία. Μια κοινωνία γερασμένη και ακίνητη, που έχει εμπιστευτεί το μέλλον της στον αυτόματο πιλότο των κοινωνικών πακέτων και στην κομπορρημοσύνη των πολιτικών της. Μια κοινωνία ακίνητη μέσα στην εύθραυστη ευδαιμονία της. Για χρόνια δεν έχει «πέσει» μια καινούργια ιδέα, ένας στόχος, ένα όραμα που να κινητοποιεί.» Προσυπογράφουμε.
■ Βέβαια, σε άλλη σελίδα, εκθέτονται απόψεις τις οποίες δεν συμμεριζόμαστε. Το «βία στη βία της εξουσίας», ως άποψη, μυρίζει ναφθαλίνη. Θα έλεγα μάλιστα ότι από πρόσωπα του κεντρικού πολιτικού συστήματος ακούμε συχνά πιο ενδιαφέρουσες ιδέες από αυτές που εκφέρουν οι καθ’ έξιν απολογητές της κοινωνικής βίας.
■ Επίσης: Η βία, στη χώρα μας, δεν είναι η εξαίρεση. Είναι ενδημικό φαινόμενο, ο θλιβερός κανόνας. Χουλιγκανισμός, τρομοκρατία, συνδικαλιστικός τσαμπουκάς, εργοδοτική αυθαιρεσία, αστυνομική βία, ρεκόρ θανάτων στους δρόμους. Σ’ αυτή τη βαθιά διχασμένη κοινωνία όλοι επιτίθενται εναντίον όλων καθημερινά. Σε αυτό το πλαίσιο, το να καταδικάζεις τη βία «απ’ όπου κι αν προέρχεται», είτε το κάνεις από πολιτικό ανακλαστικό είτε έπειτα από ώριμη σκέψη, φαντάζει οξύμωρο. Σαν να λες σε βουνίσιους να μάθουν κολύμπι.
■ Κάθε σεζόν βγαίνουν τόσα πολλά καλά βιβλία, σε τόσους πολλούς τομείς, που ακόμη και 16έλιδο να είχαμε δεν θα αρκούσε ώστε να τα παρουσιάζουμε όπως τους αξίζει. Τα «κακά» βιβλία, αυτά με τα οποία ουδείς θα ασχολείται τον επόμενο χρόνο, ενδεχομένως ούτε ο συγγραφέας τους, είναι δυστυχώς πολλά περισσότερα. Τι να κάνουμε; Το γράψιμο είναι το εθνικό μας «σπορ». Το αντιστρόφως ανάλογο ισχύει για την ανάγνωση, κάτι που ίσως εξηγεί κι ορισμένα από τα φαινόμενα στα οποία αναφερθήκαμε παραπάνω.

14/01/2009

Το μέλλον είναι... τώρα

Είναι πια κοινός τόπος στην επιστημονική κοινότητα ότι προβλέψεις και εικασίες που μόλις μερικά χρόνια πριν ανήκαν στη σφαίρα της απαισιόδοξης μελλοντολογίας, της δυστοπίας, αποτελούν σήμερα απολύτως πραγματιστικά σενάρια. Με τον όρο «κλιματική αλλαγή» περιγράφεται η οφειλόμενη στην ανθρώπινη δραστηριότητα αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη και οι εικαζόμενες συνέπειές της. Βέβαια, περί κλιματικής αλλαγής, λιωσίματος των πάγων, ανόδου της στάθμης των υδάτων, ακούμε χρόνια τώρα, και οι περισσότεροι από εμάς είχαμε την τάση να τα εξωραϊζουμε ως υπερβολές καταστροφολάγνων οικολόγων.
Το ηχηρότερο καμπανάκι ωστόσο χτύπησε πριν από δύο περίπου χρόνια, όταν δημοσιεύτηκε η δεύτερη έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC). Σύμφωνα με αυτή, η υπερθέρμανση δεν ήταν ένα ζοφερό σενάριο του μέλλοντος, αλλά ανησυχητική πραγματικότητα. Αν σκεφτούμε ότι η επιτροπή δεν είχε λάβει υπόψη της τα τελευταία δύο χρόνια, στα οποία, σύμφωνα με τους επιστήμονες, επιταχύνθηκαν πέρα από κάθε πρόβλεψη τα οφειλόμενα στην κλιματική αλλαγή φαινόμενα, καταλαβαίνουμε ότι τα πράγματα δεν είναι απλώς ανησυχητικά, αλλά κρίσιμα.
Όπως είναι λογικό, τα «κακά νέα» και η ταχύτατη διάδοσή τους ακολούθησαν σειρά εκδόσεων σχετικά με το θέμα. Λευκώματα ή βιβλία, επιστημονικά ή εκλαϊκευτικά, τρομολάγνα, καθησυχαστικά ή ψύχραιμα, έβαλαν την «κλιματική αλλαγή» στη ζωή μας, εμπλουτίζοντας με επιστημονικά στοιχεία τις φήμες και τις δημοσιογραφικές κορώνες, δίνοντάς μας υλικό για κατανόηση και συνειδητοποίηση της κατάστασης. Το λεύκωμα «Η γη αύριο...» του Yannick Monget, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις με το χαρακτηριστικό όνομα «Οιωνός», ανήκει στην κατηγορία των βιβλίων που επιχειρούν να αφυπνίσουν βιαίως τους αναγνώστες, αν όχι να τους τρομοκρατήσουν. Η βασική σύλληψη της έκδοσης, από οπτικής άποψης, είναι η παράθεση εικόνων από γνωστές πόλεις ή τοποθεσίες που με την κατάλληλη ψηφιακή επεξεργασία εμφανίζονται όπως θα «είναι» στο μέλλον. Βλέπει έτσι κανείς το Παρίσι καταποντισμένο, την Ακρόπολη «πνιγμένη» από πυκνή βλάστηση, τη Νέα Υόρκη να τη «δέρνουν» οι τυφώνες, κ.ά. Στα συν της έκδοσης, το καλό και συνοπτικά δοσμένα πληροφοριακό υλικό, αλλά και η παράθεση διαφορετικών «σεναρίων» καταστροφής.
Bιβλίο έκθεσης υποθετικών μελλοντικών καταστάσεων είναι και το «Έξι βαθμοί» του δημοσιογράφου Μαρκ Λίνας. Σε αυτό εξετάζονται οι επιπτώσεις που θα έχει για τη ζωή στον πλανήτη η μέση άνοδος της θερμοκρασίας κατά μία, δύο, έως και κατά έξι βαθμούς Κελσίου. Οι υποθέσεις αυτές βασίζονται σε εκτιμήσεις ότι το πιθανότερο σενάριο είναι μια αύξηση της μέσης θερμοκρασίας τα επόμενα πενήντα χρόνια μεταξύ δύο και τριών βαθμών. Αυτό που σοκάρει τον αναγνώστη, είναι πόσο καταστροφικές είναι οι συνέπειες ακόμη και σύμφωνα με την πλέον αισιόδοξη υπόθεση, αυτή της αύξησης κατά μία μονάχα μονάδα της θερμοκρασίας.
Με το ίδιο θέμα, το «Heat» του γνωστού δημοσιογράφου και ακτιβιστή Τζορτζ Μόνμπιοτ είναι από τα πιο καλογραμμένα και καλά ζυγισμένα βιβλία του είδους. Ο Μόνμπιοτ, που ειδικεύεται σε ζητήματα παγκοσμιοποίησης και οικολογίας, δεν περιορίζεται στην κατατρομοκράτηση του αναγνώστη –δουλειά, όχι ιδιαιτέρως δύσκολη με τα στοιχεία που υπάρχουν–, αλλά προχωράει και σε πρακτικές, ριζοσπαστικές πλην εφαρμόσιμες προτάσεις. Αν πάντως θέλει κανείς μια πιο πανοραμική εικόνα των επερχόμενων αλλαγών (χωρίς την επέμβαση κομπιούτερ), τότε ο «Άτλας των κλιματικών αλλαγών» των Κ. Ντάου και Τ. Τάουνινγκ είναι μια πρώτης τάξεως οπτικοποίηση όλων των σχετικών πληροφοριών, μια και περιλαμβάνει περισσότερους από 50 πολύχρωμους χάρτες και γραφήματα για τις αιτίες των κλιματικών αλλαγών και τις πιθανές επιπτώσεις τους στους ευάλωτους πληθυσμούς, στα αποθέματα νερού, στα οικοσυστήματα και στη βιοποικιλότητα.
Όπως τονίζουν οι επιστήμονες, το πρόβλημα με το κλίμα είναι ότι οι αιτίες που το επηρεάζουν είναι τόσες πολλές και τόσο σύνθετες, που ακόμη και σήμερα να παίρναμε τα πλέον ρηξικέλευθα μέτρα, το πιθανότερο είναι ότι μερικές από τις επιπτώσεις της υπερθέρμανσης είναι ήδη δρομολογημένες. Αυτό που καλείται να αναλογιστεί κανείς είναι ότι σε περίπτωση που αδρανήσουμε ή υποτιμήσουμε τον κίνδυνο οι επιπτώσεις αυτές θα είναι ανεξέλεγκτες αν όχι καταστροφικές. Είναι η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας, τόσο για τους πολιτικούς όσο και για τους πολίτες.

10/01/2009

Ο ρατσισμός δεν έχει πλάκα

■ Με την ιαχή «Εβραίοι, γουρούνια, δολοφόνοι», μας υποδεχόταν ο χιουμορίστας, μουσικός και ραδιοφωνικός παραγωγός Τζίμης Πανούσης, σε εκπομπή του στο ραδιόφωνο αυτές τις μέρες. Δυστυχώς, δεν μας προκαλεί έκπληξη. Έπειτα από τα διάφορα «ψόφα» για τον νεαρό αστυνομικό που χαροπαλεύει, θύμα της δολοφονικής επίθεσης των ομοΐδεατών του Πανούση, τους οποίους με κάθε ευκαιρία συγχαίρει για το «κατόρθωμά» τους, ο χιουμορίστας μουσικός έδειξε ακόμη μια πλευρά της νοοτροπίας που κρύβεται (ευτυχώς, όχι επαρκώς) πίσω από τα δήθεν αστεία σχόλιά του. Κι αυτό γιατί, στην περίπτωσή του, η σύγχυση ανάμεσα στο κράτος του Ισραήλ και τους Εβραίους γενικότερα δεν οφείλεται σε αμορφωσιά, κακή πληροφόρηση ή απλή ανοησία, αλλά είναι δυστυχώς εσκεμμένη.
■ Ο ίδιος, άλλωστε, φρόντισε να μην μας αφήσει καμιά αμφιβολία, ξεκαθαρίζοντας ότι το σύνθημα «Εβραίοι, γουρούνια, δολοφόνοι» δεν αναφέρεται στους ισραηλινούς, αλλά σε όλους τους Εβραίους ανά την υφήλιο. Προς απόδειξη μάλιστα των απόψεών του για το πόσο βδελυροί είναι συλλήβδην οι Εβραίοι, έκανε και ιστορική αναδρομή στη ρωμαϊκή εποχή, αναφερόμενος στα προληπτικά «μέτρα» που πήραν οι Ρωμαίοι και άλλοι απέναντι στον «εβραϊκό κίνδυνο». Αν αυτό δεν είναι προτροπή προς ρατσιστική βία, και μάλιστα στο πλαίσιο μιας εκπομπής, το τονίζουμε, που καθημερινά υμνεί την έμπρακτη βία ως πολιτική παρέμβαση, τότε τι είναι; Φαιοκόκκινο χιούμορ;
■ Πολλοί, κατά κύριο λόγο νέοι, γελάνε με το χιούμορ του Πανούση. Τα σχόλιά του ασκούν επιρροή, επαναλαμβάνονται στις παρέες και στα ιστολόγια. Κι εγώ κατά καιρούς έχω γελάσει μαζί του, όπως γελάω και με άλλους κωμικούς με τις απόψεις των οποίων δεν συμφωνώ, στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση. Άλλωστε, η έστω μισερή Δημοκρατία μας –την οποία εκμεταλλεύεται ποικιλοτρόπως αλλά ουδόλως σέβεται ο Πανούσης–, έχει χώρο και για τους αρνητές της: Ναζιστές, φασίστες, παρανοϊκούς αριστεριστές, αναρχικούς, μπάχαλους. Έστω κι αν στη δική τους ιδανική κοινωνία, όλοι εμείς που εκφράζουμε διαφορετικές απόψεις, είναι ρητά διακηρυγμένο στο πολιτικό τους πρόγραμμα, δεν έχουμε θέση.

Υ.Γ. Απαραίτητη διευκρίνηση: Η υπόμνηση ότι άλλο είναι το κράτος του Ισραήλ και άλλο οι ανά τον κόσμο Εβραίοι επουδενί συνεπάγεται ότι θα αποδεχόμασταν το σύνθημα "Ισραηλινοί, γουρούνια, δολοφόνοι". Κάθε γενίκευση είναι, εν σπέρματι, φασιστική.

09/01/2009

Λογοτεχνικά επίκαιρα

■ Και να που εκεί που δεν το περιμέναμε, η λογοτεχνία κατάφερε να παρεισφρήσει στην πολιτική συζήτηση. Αφορμή, κείμενα που δημοσιεύτηκαν στις δύο επίσημες εφημερίδες της Αριστεράς, και που προκάλεσαν αμφότερα τη μήνι της απέναντι πλευράς.
■ Με διήγημα εμπνευσμένο από το φόνο του 15χρονου κατάφερε ο Ριζοσπάστης να τη «βγει από τα δεξιά» στον ΣΥΡΙΖΑ, εκδηλώνοντας περισσότερη ταύτιση με την «πλευρά» του θύτη από όση αντέχει ο επιλεκτικός ουμανισμός της ριζοσπαστικής Αριστεράς.
■ Στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, από τα λεγόμενα «μετριοπαθή», σε τηλεοπτική εκπομπή σχεδόν πέταξε στα μούτρα του συνομιλητή του, από το ΚΚΕ, το εν λόγω διήγημα, τρανταχτή απόδειξη της «προσχώρησης» του Κόμματος στις δυνάμεις της (αστικής;) τάξης.
■ Με καταγγελίες για τη δημοσίευση στην Κυριακάτικη Αυγή ποιημάτων που υμνούσαν το κάψιμο και τις βιαιοπραγίες, απάντησε το έμπειρο στέλεχος του ΚΚΕ. Αλλά και για ενσταντανέ νεαρών που πετούσαν μολότοφ, σε στιγμή επαναστατικής έξαρσης…
■ «Είστε δεξιοί», καταγγέλλει ο ένας ποιητική αδεία. «Είστε προβοκάτορες» απαντά ο άλλος, ομοίως.
■ Τι θέλουν να (μην) πουν οι ποιητές; Πολύ απλά, ότι η τόσο προσφιλής στη λογοτεχνία αμφισημία, ίδιον κάθε λογοτεχνικού έργου αξιώσεων –αφού διαφορετικά δεν θα ήταν λογοτεχνικό έργο αλλά έκφραση άποψης– έχει στοιχειώσει τελευταία τον πολιτικό τους λόγο. Όσο πιο μπερδεμένα, τόσο καλύτερα, φαίνεται να πιστεύουν ορισμένοι.
■ Κι όσο βαθύτερο το μπέρδεμα, τόσο καλύτερα, θα προσθέταμε εμείς…
■ Παράδειγμα: Οι αντιδράσεις των δύο κομμάτων της Αριστεράς στην πρόσφατη δολοφονική ενέργεια κατά των αστυνομικών. Το μεν ΚΚΕ, επιδεικνύοντας τη μοναδική του ικανότητα να αγνοεί τις πολλαπλές διαψεύσεις του από την πραγματικότητα, είδε «δάχτυλο» ξένων και ντόπιων υπηρεσιών, ήτοι «προβοκάτσια».
■ Ο ΣΥΡΙΖΑ, και μάλιστα δια στόματος του ίδιου «μετριοπαθούς» στελέχους, διέγνωσε επίσης δάκτυλο «παρακράτους».
■ Πώς είπαμε; «Όταν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί με τη θεωρία μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα…»
■ Φαίνεται πως οι έννοιες δεν έχουν τη σημασία που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, νοηματοδοτούνται ξανά κάτω από το νέο «φως» που γεννούν οι φλόγες της εξέγερσης.
■ Έτσι, όταν οι «αντιεξουσιαστές», με τους οποίους θέλουμε να κρατάμε ανοιχτές γέφυρες επικοινωνίας –κάνοντας χρήση «ποιητικού λόγου» αν χρειαστεί– περνούν σε «υψηλότερες μορφές πάλης», όταν δηλαδή βγάζουν τα κουμπούρια, μετατρέπονται αίφνης σε… παρακράτος.
■ Βολικό, έτσι;
■ Οι πολιτικοί δεν είναι βέβαια οι μόνοι, ούτε οι πρώτοι, που καταφεύγουν στη λογοτεχνική αμφισημία, όταν καλούνται να πάρουν θέση ως ενήλικες. Διασημότητες του ακαδημαϊκού χώρου, με ποιητικές ή λογοτεχνικές δάφνες, εξασκούνται δημοσίως σε περισπούδαστους χρησμούς, με εύκολη έξοδο διαφυγής την κατεύθυνση του ανέμου, τη δύναμη που τους κινεί χρόνια τώρα.
■ Με αφορμή το κείμενο των τριών συγγραφέων που επιχειρούσε να βάλει όρια στην αυθεντία των νέων, κι άρα και στη βία που τους επιτρέπεται να ασκούν, ξεσπάθωσαν κυριολεκτικά. Προσβλήθηκαν προσωπικά.
■ Κι όσο τύχαιναν της εύνοιας πρωθυπουργού, ως ομοτράπεζοι, μυστικοσύμβουλοι και πολλαπλώς ευνοημένοι, έβαζαν τα δυνατά τους ο λόγος τους να έχει κατιτίς το «εκσυγχρονιστικό», να βγαίνει μια άκρη, βρε αδελφέ. Τώρα που στα πράγματα είναι η «ανορθολογική» δεξιά, το έχουν ρίξει και πάλι στην τρελή.
■ Την βγαίνουνε από «αριστερά», από «δεξιά», από «Ντεριντά» και «Μπαντιού», από παντού. Έχουν αναγάγει το «θόλωμα των νερών» σε ύψιστη τέχνη, διεκδικώντας για τον εαυτό τους τα προνόμια της αιώνιας νεότητας.
■ Ωστόσο, αν κάτι θα μπορούσαμε να διδαχτούμε από την εμπειρία της ανάγνωσης λογοτεχνίας, δεν είναι να γίνουμε πιο αμφίσημοι στις θέσεις που διατυπώνουμε, αλλά να κατανοήσουμε καλύτερα τη σημασία της αφήγησης στην «κατασκευή» της πραγματικότητας.
■ Γιατί αυτό χρειαζόμαστε σήμερα: Μια διαφορετική «αφήγηση» του εαυτού μας, μια θετική προβολή της συλλογικότητας στην οποία ανήκουμε (π.χ Έλληνες πολίτες) σε μια ιστορία με αρχή, μέση και… μέλλον. Κι αυτό είναι πρωτίστως δουλειά της εμπνευσμένης πολιτικής, και όχι της λογοτεχνίας.

05/01/2009

Ηλίας Μαγκλίνης, "Η ανάκριση"

«ΠΟΤΕ θα μου διηγηθείς το όνειρό σου, μπαμπά;» Εκείνη, ένα κορίτσι προβληματικό, τρομαγμένο, ανορεξικό, που βρίσκει διέξοδο στα τελετουργικά πόνου, σε καλλιτεχνικές περφόμανς όπου έργο τέχνης γίνεται το ίδιο το κορμί. Ταπεινωμένη, ματαιωμένη, αλλά και λυσσασμένη από τα κενά που αφήνουν οι σιωπές του πατέρα της, ο όγκος των μη λεχθέντων που έχει πετρώσει ανάμεσά τους. Ίνδαλμά της, η Σέρβα περφόμερ Μαρίνα Αμπράμοβιτς, η οποία έχει γεννηθεί την ίδια χρονιά με εκείνον...
«ΤΟ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ θες να σου πω Μαρίνα; Αν πονάει;» Εκείνος, γιος αντάρτη που ξόδεψε τη ζωή του στις φυλακές και στις εξορίες, φυλακίστηκε στη δικτατορία, βασανίστηκε άγρια. Έκτοτε έχει επιλέξει τη σιωπή, την απόσυρση, μεταφράζει βιβλία, ακούει κλασική μουσική, κρατάει τον πόνο του για τον εαυτό του. Αν και πιστεύει ότι «όλοι οι άνθρωποι είναι αριστεροί, απλώς μερικοί δεν το ξέρουν», δεν αντέχει ωστόσο την παρέα με τα «συντρόφια», αφού «η μνήμη είναι η μόνη τους γνώση»...
Η ΑΝΑΚΡΙΣΗ. Με το θάνατο της μητέρας της από καρκίνο, ξεκινάει μια νέα διαδικασία στη σχέση τους. Η Μαρίνα περνάει αρκετές ώρες καθημερινά στο σπίτι του, όπου της έχει φυλάξει ένα μικρό χώρο δικό της. Διαβάζει και σκέφτεται ασταμάτητα ό,τι έχει να κάνει με τα βασανιστήρια στα κολαστήρια της ΕΑΤ/ΕΣΑ. Μελετάει τα πρακτικά της δίκης των βασανιστών, στέκεται απέναντί του και τον βομβαρδίζει με ερωτήσεις αδιάκριτες, σκληρές και επώδυνες, που πυροδοτούν θυμό και εκρήξεις. «Βίαζαν κόσμο εκεί μέσα;»
ΤΑ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ. Το ανείπωτο. Η ντροπή. Αυτό που παραμένει σιωπηλό, άδηλο, κοινό μυστικό κι όμως εκτός Ιστορίας. Οι δικαστές ένιωθαν άβολα, δεν ήθελαν να ακούσουν. Η Μαρίνα, διεισδυτική και χωρίς όρια, έχει βρει το «κουμπί», και είναι αποφασισμένη να το πατήσει μέχρι τέλους. «Θα σε λύτρώσω», του λέει. «Με βασανίζεις», της απαντά εκείνος.
ΤΟ ΚΑΚΟ ΟΝΕΙΡΟ που ο πατέρας αρνείται να αφηγηθεί, βασανίζει σήμερα το παιδί του. Σε μια πρώτη ανάγνωση, η νουβέλα του Μαγκλίνη μιλάει για το πώς οι αποσιωπήσεις της Ιστορίας ζουν και θεριεύουν στο ασυνείδητο των ανθρώπων. Πώς μεταγγίζονται σαν το κακό αίμα από γενιά σε γενιά, πώς ο απόηχος της φρίκης διαχέεται, πολλαπλασιάζεται σαν τα καρκινικά κύτταρα. Από αυτή την άποψη, κακό όνειρο είναι η ίδια η Ιστορία.
ΥΠΑΡΧΕΙ ωστόσο και μια διαφορετική οπτική, που καθιστά τη Μαρίνα περισσότερο μοντέρνα: Σύμπτωμα της εποχής, όχι της Ιστορίας. Όλα να βγουν στο φως, όλα να ειπωθούν, κάθε σκοτεινή γωνιά να φωτιστεί... Μήπως δεν είναι αυτό το κυρίαρχο πρόταγμα των καιρών; Ακόμη και η εμμονή με την Ιστορία, με τις «μεγάλες τραγωδίες του Έθνους», δεν είναι έκφραση μιας μανίας διαρκούς αναψηλάφησης; Μήπως το δικαίωμα στη σιωπή που διεκδικεί ο πατέρας είναι σήμερα «ταμπού»;
ΠΙΘΑΝΟΤΑΤΑ ισχύουν και τα δύο. Ιστορία και μεταμοντέρνα κενότητα, εμμονή με την αλήθεια όσο και με τη βία και τη σωματικότητα, συγκρούονται πιτσιλίζοντας αίματα τη σκηνή του κόσμου. Ο Μαγκλίνης, σκαλίζοντας πληγές, ανασύρει σκελετούς από τα ντουλάπια μας. Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο απλό στη δομή του, καίριο στη διαπραγμάτευσή του, που κυριολεκτεί την ίδια τη στιγμή που εκτρέπεται προς την αλληγορία. Η Ανάκριση, αίτημα για αλήθεια όσο και σύμπτωμα, αναδεικνύεται σε ένα από τα καλύτερα πεζά των τελευταίων μηνών, και σίγουρα ένα από τα λιγοστά σημαντικά βιβλία της νεότερης γενιάς.

(Δημοσιεύτηκε στο "Διαβάζω" Ιανουαρίου στη στήλη "Κόντρα διάβασμα")

02/01/2009

«Αντίσταση» κατά της λογικής


■ Δύο σημαντικά βιβλία με θέμα το Βυζάντιο κυκλοφόρησαν πρόσφατα, ενδεικτικά του αυξημένου ενδιαφέροντος της διεθνούς πανεπιστημιακής κοινότητας για τη μάλλον παραμελλημένη, ίσως και παρεξηγημένη αυτή ιστορική περίοδο.
■ Το πρώτο, της βυζαντινολόγου Τζούντιθ Χέριν, διευθύντριας στο Centre for Hellenic Studies του King's College του Λονδίνου, έχει τον τίτλο «Τι είναι το Βυζάντιο» (μτφρ. Χριστιάννα Σαμαρά, Ωκεανίδα). Βασική ιδέα της ογκώδους και αναλυτικής μελέτης της είναι ότι το Βυζάντιο υπήρξε μια ιδιαίτερα οργανωμένη κρατική οντότητα. Με ισχυρή πρωτεύουσα, σταθερό νόμισμα και διαδεδομένη γλώσσα, αποτέλεσε ανάχωμα για τους Ωθωμανούς, δίνοντας στην Δύση το χρόνο που χρειαζόταν ώστε να ορθοποδήσει.
■ Σε παρόμοια πνεύμα, ο αμερικανός Collin Wells, ο οποίος σπούδασε ιστορία και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας δίπλα στον διπρεπή βυζαντινολόγο Σπύρο Βρυώνη, με το «Σαλπάροντας από το Βυζάντιο» (μτφρ. Κώστας Αντύπας, Αλεξάνδρεια) διατρέχει την κρίσιμη αυτή χιλιετία ανιχνεύοντας την περιπέτεια της διατήρησης, μεταμόρφωσης και μεταλαμπάδευσης ενός ολόκληρου πολιτισμού.
■ Απαραίτητη υπενθύμιση: Υπάρχει και η Ελλάδα της εργασίας, της δημιουργίας, της θετικής προσφοράς. Μεταφραστές, επιμελητές, διορθωτές, επιστημονικοί συνεργάτες, συνήθως κακοπληρωμένοι, έχουν συντελέσει τα τελευταία δέκα χρόνια σε ένα μικρό εκδοτικό θαύμα, καλύπτοντας βιβλιογραφικά κενά δεκαετιών.
■ Κυκλοφόρησε το περιδικό σκέψης και παρέμβασης Post Media, με εκδότη τον Νίκο Χατζόπουλο και διευθυντή τον Μανώλη Ανδριωτάκη. Καταστατική του αρχή, η μη δημοσίευση διαφημίσεων. Μοιραία, η τιμή του πλησιάζει εκείνη ενός βιβλίου.
■ Το πρώτο τεύχος είναι αφιερωμένο –με κριτικό τρόπο– στον δωρεάν τύπο, αναθερμαίνοντας τη συζήτηση για το πώς η εξάρτηση από τη διαφήμιση μπορεί να επηρεάσει την ύλη ενός εντύπου.
■ Ο ετήσιος διαγωνισμός των εκδόσεων Πατάκη που εμπνεύστηκε ο Μισέλ Φάις έδωσε και φέτος νικητή. Καλύτερο διήγημα με θέμα το διαδίκτυο αναδείχτηκε το «Αγαπημένο σου ξόρκι» του Κώστα Γκάζη. Θα το βρείτε, μαζί με άλλα, παλιότερων και νέων συγγραφέων, στη συλλογή «Χαμένοι στο διαδίκτυο».
■ Ο «Κήπος του Επίκουρου» συνεχίζει την καλή του πορεία, ωστόσο ένας ακόμη Γιάλομ δόθηκε στην κυκλοφορία από την Άγρα. Τίτλος του; «Θα φωνάξω την αστυνομία».
■ Κι αφού το ενδιαφέρον σας για τους μαιάνδρους της ψυχανάλυσης είναι μεγάλο και ειλικρινές, σας πληροφορούμε ότι κυκλοφόρησε ένα ακόμη τεύχος του καλού εξαμηνιαίου περιοδικού ψυχαναλυτικού προβληματισμού «Εκ των υστέρων». Κεντρικό θέμα του, η σεξουαλικότητα.
■ Και δύο επανακυκλοφορίες: Η περίφημη «Σκακιστική νουβέλα» (Άγρα) του Στέφαν Τσβάιχ, μια από τις πιο εντυπωτικές ιστορίες με αφορμή τη λογική δομή του σκακιού, ένα σχόλιο πάνω στις τεράστιες δυνατότητες του ανθρώπου να δημιουργεί προσωπικά σύμπαντα και την τρέλα που ελοχεύει όταν αυτά δεν βρίσκουν διέξοδο.
■ Επίσης: το πρώτο μυθιστόρημα της Σώτης Τριανταφύλλου «Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης» (Πατάκης). Ένα σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό βιβλίο, στο οποίο εξιστορούνται οι ημέρες και οι νύχτες μιας ελληνίδας στη Νέα Υόρκη, τη δεκαετία του ογδόντα. Ναρκωτικά, ροκ, απελπισμένοι έρωτες και ξενύχτια, πλάσματα που προσπαθούν να βρουν ταυτότητα και νόημα στις ιλιγγιώδεις διαδρομές της μεγαλούπολης.
■ Τέλος: Το κείμενο-παρέμβαση, την προηγούμενη εβδομάδα, τριών γνωστών συγγραφέων κατά της φασίζουσας πρακτικής να ματαιώνονται θεατρικές ή άλλες πρεμιέρες, βρίζοντας το κοινό και ασχημονώντας στους χώρους, ήταν κατά την άποψή μας απολύτως θετική πρωτοβουλία.
■ Σε μια περιρρέουσα ιδεολογική ατμόσφαιρα που όταν δεν επικροτεί φαίνεται να συναινεί με τέτοιου είδους «χάπενινγκ», το κείμενο των Απόστολου Δοξιάδη, Τάκη Θεοδωρόπουλου και Πέτρου Μάρκαρη ήταν μια αναλαμπή λογικής και σεβασμού στα δημοκρατικά αυτονόητα.
■ Ακόμη κι αν ορισμένες εκφράσεις τους ήταν κάπως υπερβολικές σε σχέση με τα γεγονότα, το κείμενό τους βοήθησε ώστε να γίνει φανερό σε ένα ευρύτερο κοινό ότι ο λαϊκίστικος αριστερισμός δεν είναι ο μοναδικός τρόπος να είναι κανείς σκεπτόμενος άνθρωπος. Κι ότι ορισμένες συμβολικές, ας πούμε, ενέργειες, πρέπει να απαντιούνται επίσης συμβολικά: Στο επίπεδο της γλώσσας και των λογικών επιχειρημάτων.
■ Εκτός κι αν αυτό το «σκατά στους κουλτουριάρηδες» με το οποίο «κόσμησαν» οι ακτιβιστές νεαροί το Εθνικό Θέατρο, είναι μια «καταγγελία» με την οποία θα έπρεπε να προβληματιστούμε σοβαρά.
■ Σε αυτή την περίπτωση, δεν θα είχαμε παρά να τους απαντήσουμε, στο ίδιο «επαναστατικό» και «οργισμένο» πνεύμα: Στα μούτρα σας!

Υ.Γ. Καλή Χρονιά ΣΕ ΟΛΟΥΣ

28/12/2008

Ρομπέν των πόλεων...

■ No news, bad news. Στο χώρο του βιβλίου, που ως γνωστόν κινείται κατά κύριο λόγο εντός του μικρού –κεκαυμένου– δακτυλίου, δεν υπάρχουν ιδιαίτερα νέα. Οι περισσότερες εκδηλώσεις αναβλήθηκαν ή ματαιώθηκαν, η κίνηση στα βιβλιοπωλεία υποτονική. Ζόφος κυριαρχεί.
■ Ζόφος και τρομοκρατία, ας μη τη φοβόμαστε τη λέξη, αφού τα βιβλιοπωλεία, ίσως επειδή έχουν φανταχτερές βιτρίνες, εξάπτουν τα παιδάκια (γνωστά ή άγνωστα) κι έχουν τις μέρες που μας πέρασε γίνει ουκ ολίγες φορές στόχος των διαφόρων αυτόκλητων Ρομπέν.
■ Καλά να πάθουν, θα πουν ορισμένοι. Να μάθουν αυτοί οι «πνευματικοί άνθρωποι» να σιωπούν, όπως έχει καταγγελθεί από πολλές πλευρές τον τελευταίο καιρό – ακόμη κι από «διανοούμενους».
■ Δηλαδή, αν δεν κληθεί κανείς στο δελτίο του MEGA, θεωρείται ανύπαρκτος; Εφημερίδες δεν διαβάζουν; ΟΛΕΣ οι μεγάλες εφημερίδες (δώστε στο «μεγάλες» όποιο περιεχόμενο θέλετε) βρίθουν από άρθρα-παρεμβάσεις διανοούμενων, καθηγητών, ανθρώπων του πνεύματος, από την Ελλάδα και το Εξωτερικό. Το επίπεδο των παρεμβάσεων είναι κατά κανόνα πολύ υψηλό, με την έννοια ότι δεν παπαγαλίζουν τις κοινοτοπίες που ευνοεί -συνήθως- ο ασθμαίνων τηλεοπτικός χρόνος.
■ Τελικά, εκείνοι που πιπιλάνε αυτή την καραμέλα, από άλλο ενοχλούνται. Όχι που οι διανοούμενοι, τάχα, δεν μιλούν, αλλά που πολλοί από αυτούς δεν λένε αυτά που θα ήθελαν εκείνοι. Δεν παροτρύνουν, για παράδειγμα, «τα παιδιά» να βγουν στους δρόμους. Δεν σχετικοποιούν τη βία αναλόγως το είδος του καταστήματος ή τη μάρκα του αυτοκινήτου που φλέγεται. Δεν εντυπωσιάζονται από τις κουραστικά επαναλαμβανόμενες αντιεξουσιαστικές παρλάτες που έχουν καταντήσει πιο βαρετές και προβλεπόμενες και από εκείνες του Κομμουνιστικού Κόμματος.
■ Όπως, αντίστοιχα, δεν καλούν υστερικά να κατέβει ο στρατός ή να γίνει χρήση υπέρμετρης βίας γενικώς κι αορίστως· δεν δαιμονοποιούν ιστορικά υπαρκτές πολιτικές ιδεολογίες (όπως ο αναρχισμός) ούτε και βλέπουν πίσω από κάθε κουκούλα κι έναν πράκτορα.
■ Η πραγματικότητα είναι δυστυχώς στενάχωρη: Οι διανοούμενοι (συγγραφείς, πανεπιστημιακοί, κ.ά.) δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης σε αυτή τη χώρα. Τα μέσα στα οποία εκφράζονται (εφημερίδες, περιοδικά, κυρίως) βρίσκονται χαμηλά στις προτιμήσεις των ελλήνων πολιτών.
■ Κι όσες φορές αποδέχονται κάποια από τις σπάνιες προσκλήσεις που τους απευθύνουν κανάλια ή ραδιόφωνα, διαπιστώνουν ότι σε αυτά τα μέσα δύσκολα «περνούν» θέσεις που κινούνται σε αποχρώσεις πέραν του μαύρου ή του άσπρου. «Είστε υπέρ ή κατά κύριε τάδε μου; Γιατί αποφεύγετε να πάρετε θέση; Γιατί δεν μας λέτε σταράτες κουβέντες».
■ Πήξαμε στις σταράτες κουβέντες. Αν το ζήτημα τίθεται έτσι, τότε ως πιο "σταράτη κουβέντα" αναδεικνύεται η μολότοφ.
■ Το πρόβλημα, δυστυχώς, είναι πρωτίστως ιδεολογικό και πολιτισμικό. Αν ήταν απλώς αστυνομικό, κάποια στιγμή θα λυνόταν. Ακόμη και η χειρότερη αστυνομία του κόσμου θα κατάφερνε να αντιμετωπίσει μερικές εκατοντάδες θερμοκέφαλους.
■ Όπως και με την τρομοκρατία λίγα χρόνια πριν, έτσι και τώρα οι αναλύσεις ανακυκλώνονται γύρω από τους «στόχους», λες και το ζήτημα της νομιμοποίησης της βίας να ήταν εξαρχής λυμένο.
■ Προσέξτε: Δεν αμφισβητείται η βία στη ρίζα της. Απλώς ορισμένες εκφάνσεις της. Αν πλήτεται τράπεζα, αντιπροσωπεία αυτοκινήτων ή σουπερμάρκετ δεν ιδρώνει το αυτί κανενός. Αντιθέτως, οι μικρομεσαίοι κρίνεται ότι χρίζουν προστασίας.
■ Πικρό συμπέρασμα: Στη χώρα μας, η νομιμότητα είναι γκρίζα έννοια. Οι νόμοι, απλές συστάσεις. Η ιδεολογική νομιμοποίηση της βίας, παραμένει δυστυχώς ισχυρότατη. Με αυτό τον «επαναστατικό» πολτό ταΐζουμε και τους νεότερους, μαθητές ή φοιτητές – αντί για αξίες, ηθικούς άξονες, προοπτικές ζωής. Ας μην εκπλησσόμαστε όταν μας τον ξερνάνε κατάμουτρα.

24/12/2008

Έξω από τα δόντια

Επιτέλους λέχτηκαν ορισμένα πράγματα έξω από τα δόντια, γιατί είχαμε τελευταία πιστέψει ότι έχουμε παραφρονήσει εντελώς. Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε με αφορμή τα "χάπενινγκ" που διέκοψαν ή ματαίωσαν θεατρικές και άλλες παραστάσεις και δημοσιεύτηκε σήμερα στις περισσότερες εφημερίδες. Υπογράφεται από τους Απόστολο Δοξιάδη, Τάκη Θεοδωρόπουλο και Πέτρο Μάρκαρη.

Μια κωμικοτραγική "πολιτιστική επανάσταση."

«Τα γεγονότα των δυο τελευταίων εβδομάδων μας έχουν προβληματίσει βαθειά. Κρατικοί λειτουργοί και αντιπολιτευόμενοι πολιτικοί μοιάζουν ανίκανοι να αντιδράσουν στην έμπρακτη αμφισβήτηση βασικών θεσμών και κανόνων της δημοκρατίας, από ομάδες ανθρώπων οι οποίοι, με αφετηρία ένα τραγικό γεγονός, επιτίθενται με τυφλή βία στα δικαιώματα των πολιτών και στις αρχές της κοινής μας ζωής. Την κοινοτυπία των κούφιων συνθημάτων και της ξύλινης γλώσσας των εκ του ασφαλούς αντι-εξουσιαστών, ανταγωνίζεται σε υπερβολή μονάχα η προτροπή κάποιων ενοχικών μεσηλίκων να “αφουγκραστούμε τα μηνύματα” της ανομίας, τα οποία τάχα περιέχουν περισπούδαστες και τολμηρές απόψεις για τα προβλήματα του τόπου την οποία εμείς, οι αμέτοχοι στο “κίνημα”, δεν αντιλαμβανόμαστε.
Αυτά είναι λίγο πολύ γνωστά. Θέλουμε όμως σήμερα να σχολιάσουμε ειδικότερα τη βίαιη διακοπή της πρεμιέρας της Νέας Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, καθώς και άλλες αντίστοιχες αυτο-αποκαλούμενες “παρεμβάσεις”, που την ακολούθησαν, με αποτέλεσμα τη ματαίωση πολλών θεατρικών παραστάσεων. Με μια έννοια, τα γεγονότα αυτά υστερούν σε σημασία των όσων προηγήθηκαν, δεν είναι παρά η φαρσική εκδοχή των κατά πολύ τραγικότερων καταστροφών, σε σπίτια, σχολειά, πανεπιστήμια, γραφεία και μαγαζιά Ελλήνων πολιτών. Από μια άλλη όμως άποψη είναι αποκαλυπτικά, καθώς αναδεικνύουν μια βασική διάσταση του τι συμβαίνει αυτό τον καιρό στην πατρίδα μας, αμφισβητώντας ανενδοίαστα την ουσία της ίδιας της δημοκρατίας, με την επίθεση στην καρδιά της, που είναι η ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της έκφρασης, που αντιπροσωπεύει η τέχνη.
Αν εμείς οι άνθρωποί της ανεχόμαστε αγόγγυστα την κάθε ομάδα «επαναστατημένων» νεαρών να μαγαρίζει ανενόχλητη την Ακρόπολη ή να διακόπτει μια θεατρική παράσταση βρίζοντας το κοινό και γράφοντας με σπρέι στο καινούργιο, καθαρό φουαγιέ του Εθνικού το ναζιστικής υφής σύνθημα “σκατά στους κουλτουριάρηδες” (!), τι μας λέει ότι δεν θα δούμε μεθαύριο τους ίδιους ή άλλους να καίνε βιβλία ή να επιχειρούν να ορίσουν το τι θα λέμε και τι θα σκεφτόμαστε; Που μπαίνει το όριο σε αυτή την κωμικοτραγική “πολιτιστική επανάσταση” των απολίτιστων; (Παρεμπιπτόντως, τους οργισμένους νεαρούς τους προσέβαλλαν αποκλειστικά οι θεατρικές παραστάσεις ποιότητας, που παίζονται στα αφύλακτα, ταλαίπωρα θέατρά μας. Ούτε στα μπουζουκτζίδικα με τους μπράβους τους προσπάθησαν να «παρέμβουν», ούτε στα ποδοσφαιρικά ματς, προφανώς επειδή αυτά είναι υπεράνω κάθε υποψίας “κουλτούρας”.)
Η ευθύνη όμως δεν ανήκει μόνο στους αυτουργούς αλλά και στους καθ’ ύλην αρμόδιους, όσους δηλαδή χρεώνονται με πρωταγωνιστικούς ρόλους στην πολιτιστική μας ζωή. Και βέβαια, μπορεί μερικοί από τους καλλιτέχνες που αποφάσισαν να υποκύψουν στη βία και να διακόψουν τις παραστάσεις τους, προδίδοντας το κοινό τους, να κινήθηκαν από το φόβο του όχλου, οπότε, την ανάγκη φιλοτιμία ποιούντες, υποκρίθηκαν ότι «συμπαρίστανται». Κι αυτό είναι εν μέρει κατανοητό – αλλά φτάνει, ως εδώ. Ίσως κάποιοι άλλοι πάλι να συμφωνούν με τους βιαίως διακόψαντες. Δικαίωμά τους – στην ιδιωτική τους ζωή. Αλλά η τέχνη είναι λειτούργημα, που περιλαμβάνει στον κώδικα τιμής του την προάσπιση της ελευθερίας της έκφρασης. Κι όμως, δεν ακούσαμε κανένα από τους γενικώς και αορίστως περί δημοκρατίας κοπτόμενους σχετικούς επαγγελματικούς φορείς να διαμαρτύρεται για το αίσχος της βίας που συνιστούν οι «παρεμβάσεις». Και, σε κάθε περίπτωση, καλλιτεχνικοί διευθυντές εθνικών σκηνών, ή άλλοι, λιγότερο ή περισσότερο πλουσιοπάροχα επιχορηγούμενοι από τους φόρους μας, χορογράφοι, σκηνοθέτες και ηθοποιοί, ας θυμηθούν ότι είναι υπόλογοι και στους νόμους της τέχνης αλλά και του κοινωνικού μας συμβολαίου, που επιτάσσουν μεγαλύτερο σεβασμό στο κοινό αίσθημα, δηλαδή σε όσους, καλλιτέχνες ή μη, πιστεύουν στη δημοκρατία και τηρούν τους κανόνες της».

23/12/2008

This is the beat generation

Τον όρο Beat Generation εισήγαγε ο Τζακ Κέρουακ κάποια στιγμή το 1948, τέσσερα χρόνια πριν τη συγγραφή του «Στο δρόμο», του εμβληματικότερου έργου της μπιτ γενιάς, θέλοντας να περιγράψει το στιλ ζωής που ακολουθούσαν εκείνη την εποχή αυτός και οι φίλοι του. Ως γενικότερη έκφραση τη χρησιμοποίησε ο μυθιστοριογράφος Τζον Κλέλον Χολμς, ο οποίος εξέδωσε και μυθιστόρημα με θέμα του τη γενιά, το «Go» (1952), ενώ την ίδια χρονιά δημοσίευσε ένα μανιφέστο της στο περιοδικό New York Times Magazine με τον εύγλωττο τίτλο This is the beat generation.
Διαβάζοντας σήμερα αυτό το κείμενο, με τις αναφορές στην περίφημη Lost Generation του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, το έντονα κοινωνικοπολιτικό υπόβαθρο, το ελευθεριακό περιεχόμενο και το διακηρυκτικό πνεύμα, αναγνωρίζει κανείς πολλά στοιχεία που χαρακτήρισαν στη συνέχεια τους Μπίτνικ. Άλλωστε, ο όρος beat αρχικά σήμαινε «κουρασμένος», «νικημένος», ώσπου τον εμπλούτισε ο Κέρουακ είτε με θρησκευτικές συνδηλώσεις (π.χ. beatific) είτε προσδίδοντάς του μια άλλη, πιο μουσική διάσταση (on the beat). Κατά τα λοιπά, τον όρο Μπίτνικ (Beatnik) τον πρωτοεισήγαγε ο δημοσιογράφος Χερμπ Κάεν προσθέτοντας στο τέλος την κατάληξη «nik», που συνηθιζόταν στα γίντις. Σημαντικό ρόλο λέγεται ότι έπαιξε και ο τρόμος που σκορπούσε στο φαντασιακό του φοβισμένου μέσου αμερικανού ο δορυφόρος Σπούτνικ (Sputnik) που είχαν μόλις θέσει σε τροχιά οι Σοβιετικοί.
Το πρώτο έργο της γενιάς που έκανε αίσθηση στο ευρύτερο κοινό ήταν αναμφίβολα το «Ουρλιαχτό» (Howl, 1955) του Άλεν Γκίνσμπεργκ, ο οποίος, μαζί με τον Κέρουακ, θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπός της. Το Ουρλιαχτό οδήγησε τον Γκίνσμπεργκ στην πρώτη δίκη για προσβολή της δημόσιας αιδούς στην Αμερική, ενώ τέσσερα χρόνια μετά στο εδώλιο κάθισε ο Ουίλιαμ Μπάροουζ για το προκλητικό «Γυμνό γεύμα» του (Naked Lunch,1959). Το Γυμνό γεύμα ήταν το δεύτερο μυθιστόρημα που δημοσίευσε ο Μπάροουζ, μια και πέντε χρόνια νωρίτερα είχε προηγηθεί το περίφημο «Junky». Πάντως, όταν το 1957 κυκλοφόρησε το «Στο δρόμο» του Τζακ Κέρουακ, η δημοσιότητα από τη δίκη του Γκίνσμπεργκ διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην υποδοχή του. Οι δίκες αυτές άλλαξαν δια παντός τον ορισμό της έννοιας του «άσεμνου» στην Αμερική, τόσο στα media όσο και στα έργα τέχνης: στο εξής κανένα κείμενο με λογοτεχνική αξία δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί άσεμνο.


Αν και τα πρώτα σπέρματα των Μπιτ ανιχνεύονται σε διανοουμενίστικο περιβάλλον, και συγκεκριμένα στο πανεπιστήμιο Κολούμπια, ένα από τα κεντρικά χαρακτηριστικά τους υπήρξε η γοητεία που τους ασκούσε το κοινωνικό περιθώριο. Τόσο ο Κέρουακ, όσο και οι Μπάροουζ και Γκίνσμπεργκ, συγχρωτίζονταν από νωρίς με πρεζόνια, κλεφτρόνια, ντίλερς, τρανσέξουαλ, κ.ο.κ. Από αυτή την άποψη, το σημαντικότερο γεγονός της πρώτης περιόδου ήταν το μαχαίρωμα του φίλου τους Ντέιβιντ Κάμενερ από τον, επίσης φίλο τους, Λούσιαν Καρ. Στο συγκεκριμένο περιστατικό, που επηρέασε έντονα όλη την «παρέα», ο Τζακ Κέρουακ αναφέρθηκε δύο φορές σε έργα του, τόσο στο πρώτο του μυθιστόρημα «The town and the city», καθώς και σε ένα από τα τελευταία του, στο «The vanity of Duluoz». Ακολούθησε η δολοφονία από τον Μπάροουζ της ίδιας της γυναίκας του και μητέρας του γιου του, κατά τη διάρκεια των «παιχνιδιών» τους μ’ ένα περίστροφο.
Σημαντική υπήρξε επίσης η γνωριμία τους με τον Νιλ Κάσσαντυ. Ο Κάσσαντυ, ο πιο ένθερμος ενσαρκωτής του μετέπειτα χίπικου συνθήματος live fast die young, επηρέασε με την προσωπικότητα και τη ζωή του δεκάδες λογοτεχνικά και κινηματογραφικά έργα (πιο πρόσφατο το Heart beat, με τον Νικ Νόλτε), με γνωστότερο βέβαια το «Στο δρόμο» όπου εμφανίζεται ως Ντιν Μόριαρτι. Ο Κάσσαντυ έγραφε και ο ίδιος, αλλά η αυτοβιογραφία του «The first third» κυκλοφόρησε μετά θάνατον.
Είναι δύσκολο να περιγραφεί εξαντλητικά η πολύπλευρη επιρροή που άσκησαν οι Μπίτνικ στην αμερικανική και ευρωπαϊκή λογοτεχνία, αλλά και γενικότερα στην ποπ κουλτούρα. Τόσο τα κινήματα του εξήντα, όσο και αργότερα οι Πανκ, υπήρξαν με κάποιο τρόπο επίγονοί τους. Το αυθόρμητο, ανοργάνωτο, ευθύ ύφος των κειμένων τους, η ποιητική αίσθηση της ζωής, η εξύμνηση των κάθε λογής ουσιών και η έλξη τους από το κοινωνικό περιθώριο ήταν σε γενικές γραμμές τα χαρακτηριστικά τους. Πάντως, αν θα έπρεπε να απομονώσουμε ένα, θα λέγαμε, χαριτολογώντας, ότι είναι το είδος της λογοτεχνίας που δεν θα μπορούσε ποτέ να διδαχτεί σε σεμινάριο δημιουργικής γραφής. Κι όχι μονάχα επειδή θα σοκάρονταν οι κυρίες…

20/12/2008

Με ένα βραβείο... ξεχνιέμαι

■ Αφού ««έκαψε το νυφικό» της, κι όση συγγραφική αξιοπιστία της είχε απομείνει, η Παυλίνα Νάσιουτζικ έβαλε ξανά πλώρη για τον εκδοτικό οίκο που την ανέδειξε («Μελάνι»). Στο βιβλίο της «Τόση λίγη αλήθεια» που μόλις κυκλοφόρησε διαπραγματεύεται την σκοτεινή ιστορία φονικού στην οποία ενεπλάκη ο πατέρας της Θανάσης Νάσιουτζικ. Για την οποία, όπως θα θυμάστε, έχει χυθεί πολύ... μελάνι.
■ Οι εκδότες αγαπούν τους κριτικούς, αλλά όχι την κριτική – είναι πια κοινός τόπος. Κι όταν εκνευρίζονται μαζί της –κάθε φορά που νομίζουν ότι θίγονται, δηλαδή– «τιμωρούν» το έντυπο που τη φιλοξενεί. Με ποιο τρόπο; Ο συνηθέστερος είναι να «κόβουν» τη διαφήμιση. Αλλά ούτε κι ο «άτακτος» κριτικός μένει αλώβητος: Σβήνουν το όνομα του από τη λίστα εκείνων που καλούν σε γεύματα και δεξιώσεις, σταματούν να του στέλνουν τα υπεράνω κριτικής βιβλία τους.
■ Στη συνέχεια, βέβαια, διαδίδουν ότι εκείνος τους έχει «αποκλείσει» από τις σελίδες του, τη στήλη του, την εκπομπή του, κ.λπ. Τίμια πράγματα…
■ Νέα μετάφραση του «Άμλετ» με την υπογραφή του Παύλου Μάτεσι θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις «Τόπος». Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο θα κυκλοφορήσει ένας ακόμη Άμλετ, αυστραλού συγγραφέα, για εφήβους. Ο πρίγκιπας της Δανιμαρκίας συνεχίζει να τροφοδοτεί, ποικιλοτρόπως, το συλλογικό μας ασυνείδητο.
■ Στο οπισθόφυλλο του τελευταίου μυθιστορήματος της βραβευμένης με Κρατικό βραβείο λογοτεχνίας Ελένης Λαδιά «Ταραντούλα», ο συντάκτης του (η ίδια η συγγραφέας;), αφού υμνεί ποικιλοτρόπως το βιβλίο, καταλήγει: «Πρωτότυπο, καθώς κανένας άλλος μυθιστοριογράφος (δική μας η υπογράμμιση) δεν καταπιάστηκε ως τώρα με το τι σημαίνει πρακτικά μια αληθινά “αιρετική” προσέγγιση του βίου». Μήπως υπερβάλλουμε λιγάκι;
■ Θα τα γνωρίζετε βέβαια ήδη, αξίζει ωστόσο να τα υπενθυμίσουμε (προς γνώσιν και συμμόρφωσιν): Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος στον Γιώργο Λεονάρδο για το καλοπουλημένο ιστορικό μυθιστόρημά του «Ο τελευταίος Παλαιολόγος» (Λιβάνης). Βραβείο Αναγνωστών (που πατρονάρεται επίσης από κρατικό φορέα, το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου) καλύτερου μυθιστορήματος, στον Δημήτρη Μπουραντά για το ιδιαίτερα καλοπουλημένο βιβλίο του «Όλα σου τα έμαθα μα ξέχασα μια λέξη» (Πατάκης).
■ Διαβάζοντας βραβευμένα μυθιστορήματα... ξεχνιέσαι.
■ Με πρωτοβουλία του ηλεκτρονικού περιοδικού «e-poema» 28 νέοι και παλιότεροι ποιητές συγκέντρωσαν ποιήματά τους «[…] μια ελάχιστη αντίδραση στα τρέχοντα γεγονότα, ένα αντίδοτο στην κατάθλιψη, την απαξίωση και την αίσθηση υποχώρησης των πάντων, σε πολιτιστικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.»
■ Ιδού ένα οκτάστιχο, από το ποίημα «Το χτύπημα» του Νάνου Βαλαωρίτη, αφιερωμένο εξαιρετικά (από εμάς) σε όλους όσοι αισθάνονται τόσο βέβαιοι για το «δίκιο» τους ώστε να εξουσιοδοτούν εαυτούς να επιλέγουν τι θα γίνει παρανάλωμα και τι όχι.
■ «Βγήκαμε στις λεωφόρους / σε πορείες διαμαρτυρίας / με συνθήματα αυτοδυναμίας / για την κοσμοθεωρία μας / Πέσαμε άδικα μαχόμενοι / χτυπημένοι κατακέφαλα / από σύγκρουση μετωπική / με εγχειρίδιο ιστορίας.»
■ Λίγες μέρες πριν, η Εταιρεία Συγγραφέων εξέδωσε την εξής ανακοίνωση: «Η κοινωνική αναταραχή που ακολούθησε με αφορμή τον άδικο χαμό ενός εφήβου είναι μία βίαιη διαμαρτυρία οφειλόμενη, μεταξύ άλλων αιτίων, στη συσσωρευμένη οργή μεγάλου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας εναντίον μιας κουλτούρας της διαφθοράς και της ατιμωρησίας και τη διαπιστούμενη ανεπάρκεια θεσμών και φορέων ενός κράτους δικαίου.«
■ »Ωστόσο, η Εταιρεία Συγγραφέων πιστεύει ότι η βία, αστυνομική, ατομική, ομαδική, απ’ όπου κι αν προέρχεται, καταργεί την κοινωνία των πολιτών και τη συνύπαρξη των διαφορετικών απόψεων. Η πολιτεία, ως εγγυητής των αξιών της δημοκρατίας, οφείλει να προστατεύει τους πολίτες, την περιουσία τους και πάνω απ’ όλα το δικαίωμά τους να σκέφτονται και να υπάρχουν ελεύθερα.»

19/12/2008

Φραντς Κάφκα, "Επιστολή προς τον πατέρα"

Εσύ ήσουν για μένα το μέτρο όλων των πραγμάτων.

Είναι πιθανότατα εντελώς τυχαίο, αλλά εκ των υστέρων φαντάζει παράξενα σημαδιακό: η τελευταία φωτογραφία που έβγαλε ποτέ ο Φραντς Κάφκα είναι αυτή με την οποία έμελλε να περάσει στην αιωνιότητα, αυτή που χρόνια μετά το θάνατό του θα του χάριζε τον τίτλο της πλέον αναγνωρίσιμης περσόνας της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Με κοστούμι και γραβάτα όπως επιβαλλόταν, τα μαύρα μαλλιά κοντά και στρωμένα προς τα πίσω, τα χαρακτηριστικά μυτερά πεταχτά αυτιά και το οστεώδες πρόσωπο, μα κυρίως εκείνο το γυάλινο βλέμμα που ενώ κοιτάζει το φακό φαντάζει στραμμένο προς κάποιον αχανή εσωτερικό χώρο –θυμίζοντας αόριστα τις ανθρώπινες σκιές των επιζώντων από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης–, η μορφή αυτή αποτελεί την καλύτερη απεικόνιση του μυστηρίου που συνεχίζει να συνοδεύει ώς και σήμερα τη ζωή και το έργο του τσέχου συγγραφέα. Μυστήριο που δεν εδράζεται απλώς και μόνο στο ιδιότυπο και μοναδικό έργο του, ούτε βέβαια και στην, εν πολλοίς, στερημένη ζωή του, αλλά στη σχέση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο, στον προφανή όσο και ερμητικό δεσμό τους. Έτσι εξηγείται λοιπόν και η κομβική θέση που κατέχουν στο σύνολο των γραπτών του τα ποικίλα μη αφηγηματικά κείμενά του –αλληλογραφία, επιστολές, ημερολόγια, κτλ.–, και το διαχρονικό ενδιαφέρον κοινού και κριτικής γι’ αυτά. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η Επιστολή προς τον πατέρα, αποτελώντας την πλέον διαυγή ακτινογραφία της προσωπικότητας του τσέχου συγγραφέα, στην απεγνωσμένη του προσπάθεια να περιγράψει με απλά λόγια και παραδείγματα το βάθος και το μέγεθος αυτού του δράματος, που στην περίπτωσή του είχε όνομα και επώνυμο: Χέρμανν Κάφκα.
Η Επιστολή προς τον πατέρα γράφτηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος της το 1919, στο πανδοχείο Στυντλ στο Σέλεζεν, κι ο συγγραφέας άρχισε να τη δακτυλογραφεί το καλοκαίρι του 1920, όταν αποφάσισε να στείλει το πρωτότυπο χειρόγραφο κείμενο στη Μιλένα Γέσενσκα. Ήταν τότε τριάντα έξι χρόνων: είχε μόλις ναυαγήσει και η δεύτερη και τελευταία του προσπάθεια να παντρευτεί, η υγεία του ήταν ήδη κλονισμένη, το αίσθημα αποτυχίας και ψυχοσωματικής κατάπτωσης είχε πια εμποτίσει εντελώς την προσωπικότητά του. Τα τελευταία πέντε χρόνια θα είναι από τα χειρότερα της ζωής του, γεμάτα αρρώστιες, αγωνίες και εικόνες θανάτου. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η επιστολή αυτή φαντάζει με ύστατη προσπάθεια τελικής συμφιλίωσης, ή και εξιλέωσης, με την τρομακτική πατρική φιγούρα. Το μέγεθος και η εμμονή αυτού του τρόμου είναι έκδηλα τόσο στο ύφος όσο και στο περιεχόμενό της, μέσα από το οποίο αναδίνονται με τρόπο εντυπωσιακά διάφανο ορισμένα από τα κυρίαρχα μοτίβα του έργου του.
Είναι προφανές ότι μικρή έως και ανύπαρκτη θα ήταν η αξία και η σημασία αυτού του κειμένου αν συντάκτης του ήταν οποιοσδήποτε άλλος πλην του Κάφκα. Τα λογικά ή λογικοφανή επιχειρήματα, ορισμένα απλοϊκά παραδείγματα από την καθημερινή ζωή, συχνά θυμίζουν πρόζα δικολάβου, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο ίδιος ο συγγραφέας σ’ ένα από τα γράμματά του προς τη Μιλένα. Και πράγματι: η υποταγή στην πατρική παντοδυναμία είναι τόσο ολοκληρωτική, ο τρόμος της τιμωρίας και οι ενοχές τόσο καταλυτικά, που η επιστολή αυτή γίνεται συνταρακτική στο βαθμό που αποτελεί και η ίδια καθρέφτη της αδυναμίας του συντάκτη της να αντιμετωπίσει –έστω και φαντασιακά– τον πανίσχυρο πατέρα. Ωστόσο, δεν μπορεί να μην σε διατρέξει ρίγος μπροστά σε φράσεις όπως «ήμαστε (...) τόσο επικίνδυνοι ο ένας για τον άλλον (…) που θα υπέθετε κανείς πως απλώς θα με ποδοπατούσες μέχρι που δεν θα απέμενε τίποτε από μένα», γνωρίζοντας ότι οι λέξεις αυτές έχουν βγει από την πένα του συγγραφέα της Μεταμόρφωσης. Αντίστοιχα, διαβάζοντας την εξιστόρηση μιας νύχτας που ο πατέρας του τον έβγαλε και τον παράτησε μόνο του στο κρύο, και πώς αυτό το περιστατικό του καλλιέργησε τη φοβία ότι ανά πάσα στιγμή και δίχως εμφανή λόγο ήταν δυνατό να τον βρει κάποια σκληρή τιμωρία, είναι δύσκολο ο νους να μην τρέξει στην Δίκη, και ειδικά στη φράση με την οποία ανοίγει η αφήγηση: «Κάποιος πρέπει να είχε συκοφαντήσει τον Ζόζεφ Κ., διότι, δίχως να έχει κάνει τίποτε κακό, ένα πρωί ήρθαν και τον συνέλαβαν». Και τι να πει κανείς για φράσεις όπως «Αποκτούσες για μένα την αινιγματικότητα που έχουν όλοι οι τύραννοι που το δίκιο τους εδράζεται στο πρόσωπό τους κι όχι στη σκέψη» ή «τούτη την τρομερή δίκη που εκκρεμεί ανάμεσα σ’ εσάς και σ’ εμένα...», καθώς και για τη διαρκή χρήση του σχήματος αθώος-ένοχος; Ο φόβος και το αίσθημα μειονεξίας που γεννούσε στον νεαρό Κάφκα η μορφή του πατέρα μοιάζει πράγματι να είναι η μήτρα του λογοτεχνικού έργου του, ένα μοντέλο τρόμου πάνω στο οποίο χτίστηκαν στη συνέχεια οι παράλογοι και τόσο παράξενα προφητικοί κόσμοι των βιβλίων του.

(μια ελαφρώς διαφορετική εκδοχή του κειμένου έχει δημοσιευτεί στο ΒΗΜΑ της Κυριακής)

17/12/2008

Ζήσε Μάη μου...

■ Σαράντα και κάτι χρόνια πριν, το κέντρο του Παρισιού είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης. Το πρωί, μετά τη «νύχτα των οδοφραγμάτων», βρήκε κεντρικούς δρόμους της πόλης σκαμμένους (σε αναζήτηση «πολεμοφοδίων», ίσως και της παραλίας, κατά το γνωστό σύνθημα), γεμάτους αναποδογυρισμένα και καμένα αυτοκίνητα, σαν βομβαρδισμένους.


■ Ακολούθησαν κάμποσες νύχτες έξαρσης, επαναστατικής έξαψης και καταστροφής, που πυροδότησαν το μεγαλύτερο και πιο απειλητικό απεργιακό κύμα που γνώρισε η Γαλλία στη σύγχρονη Ιστορία της. Λίγες μόλις μέρες μετά προκηρύχθηκε γενική επ’ αόριστον απεργία σε όλες τις μεγάλες πόλεις. Κι όλα αυτά έχοντας «απέναντι» το κραταιό Κ. Κ. Γαλλίας και τα εργατικά συνδικάτα.
■ Μυστήριο; Οχι και τόσο. Ο παρισινός Μάης -μια μάλλον αργοπορημένη αντίδραση της γαλλικής νεολαίας σε όσα συνέβαιναν σε άλλες ευρωπαϊκές και μη πρωτεύουσες- υπήρξε ιδιαίτερα εκρηκτικός στο βαθμό που ήταν εντελώς αναπάντεχος. Δύο μόλις μήνες πριν, ο Πιερ Βιανσόν-Ποντέ δημοσίευε στη «Μοντ» το περίφημο άρθρο του με τίτλο «Οι Γάλλοι βαριούνται…».
■ Εγραφε, μεταξύ άλλων: «Αυτό που χαρακτηρίζει επί του παρόντος τη δημόσια ζωή μας είναι η πλήξη». Μία ακόμη πληκτική χρονιά ξεκινούσε λοιπόν για τον πρόεδρο Ντε Γκολ, ο οποίος στο λόγο του προς το έθνος λίγους μήνες νωρίτερα είχε εκφράσει κι αυτός την πεποίθηση ότι το 1968 θα ήταν… ρουτινιάρικο. Ολα έμοιαζαν υπερβολικά τακτοποιημένα, αναμενόμενα, προβλέψιμα…
■ Είναι άραγε η πλήξη βασικό συστατικό ενός τόσο εκρηκτικού μίγματος; Μάλλον όχι. Το πιθανότερο είναι τόσο το άρθρο στη «Μοντ» όσο και η αυτάρεσκη βεβαιότητα του απόμακρου στρατηγού να ήταν ενδείξεις αργών ανακλαστικών, μειωμένης επαφής με τις ευαισθητοποιημένες μειοψηφίες που σε κρίσιμες στιγμές κάνουν τη διαφορά.
■ Θα πείτε: Πρέπει άραγε οι Δημοκρατίες να «σύρονται» πίσω από μειοψηφίες, όσο «φωτισμένες» κι αν είναι; Η απάντηση είναι «όχι». Ωστόσο, η Ιστορία συχνά γράφεται από αυτές. Παράδειγμα; Στις 30 Μαΐου του 1968 στο Παρίσι συγκεντρώθηκαν ένα εκατομμύριο πολίτες διαδηλώνοντας την αγανάκτησή τους για τα «γεγονότα». Ηταν με διαφορά η μεγαλύτερη συγκέντρωση που έγινε εκείνους τους μήνες στη Γαλλία. Ποιος τη θυμάται σήμερα;

(δημοσιεύτηκε στον ΕΤ.Κ στις 11.5.2008)

16/12/2008

Περί ευπώλητων...

Ακούγεται ίσως παράξενο, αλλά δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος εντοπισμού των μπεστ-σέλερ. Οι εκδότες δεν δίνουν αναλυτικά στοιχεία και υπάρχει γενικότερη καχυποψία ότι οι πωλήσεις που ανακοινώνονται δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές. Ως εκ τούτου, ελλείψει δηλαδή αντικειμενικού τρόπου υπολογισμού, οι λίστες με τα ευπώλητα που δημοσιεύονται σε εφημερίδες και αλλού είναι συνήθως αυτοσχεδιασμοί βασιζόμενοι σε πληροφορίες από ένα ή περισσότερα βιβλιοπωλεία. Συχνά φτάνουν στ’ αυτιά μας παράπονα εκδοτών που δεν βλέπουν βιβλία τους που πουλάνε «σαν ζεστό ψωμί» στα ευπώλητα. Από την άλλη, βιβλία δύσκολα και αποδεδειγμένα δυσκίνητα, «αναπαύονται» για μήνες στις σχετικές λίστες, ενδεχομένως επειδή αρέσουν σε κάποιον βιβλιοπώλη ή στον αρμόδιο συντάκτη.
Διατρέχοντας πάντως αυτές τις λίστες –με τις πιο αξιόπιστες να αναδεικνύονται αυτές του «Διαβάζω», λόγω του μεγέθους του δείγματος από το οποίο αντλεί τα στοιχεία του–, διαπιστώνει κανείς ότι τα βιβλία που πουλάνε, κόντρα σε μια διαδεδομένη αντίληψη, δεν είναι όλα για... πέταμα. Αρκετά από αυτά είναι μάλιστα σπουδαία βιβλία, που αποδεικνύονται και ανθεκτικά στο χρόνο. Εξίσου πολλά ωστόσο, ίσως τα περισσότερα, μας κάνουν να σκεφτούμε κάτι που έγραφε ο Νάσος Βαγενάς σε παλιότερη επιφυλλίδα του, ότι –αντίθετα από μια επίσης ευρέως διαδεδομένη αντίληψη–, το βιβλίο δεν αποτελεί αυταξία. Οτιδήποτε βιβλιόσχημο δεν είναι απαραιτήτως καλό και χρήσιμο, όπως και οποιοσδήποτε φορτώνει με λέξεις τον σκληρό δίσκο ενός υπολογιστή δεν είναι απαραιτήτως πρόσωπο που αξίζει τον σεβασμό μας. Μια μεγάλη, και σίγουρα δύσκολη συζήτηση.

13/12/2008

Η αρχιτεκτονική του μπάχαλου

■ «Ως πόλη, η Αθήνα είναι ανύπαρκτη. Δεν έχει ούτε μορφή ούτε ενότητα ούτε περίγραμμα. Είναι ένας σωρός από πράγματα βαλμένα το ένα πλάι στο άλλο […] Διστάζει κανείς να πει αν πρόκειται για κινητή κατασκήνωση μετά από σεισμό ή για επιχείρηση κατεδάφισης.»
■ Τάδε έφη Ζαν Πολ-Σαρτρ μετά από επίσκεψή του στην πόλη μας, κάπου στα τέλη του 70. Λέτε, ως γνήσιο τέκνο του παρισινού Μάη, λαμπαδιασμένη να την εκτιμούσε περισσότερο;


■ Κι αν συνοφρυώνεστε μπροστά στη γαλατική αλαζονεία, διαβάστε την περιγραφή ενός «δικού μας», του Εμμανουήλ Ροΐδη, από το «Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς αγώνας του 1896»:
■ «Εκείνο το οποίον προ πάντων αρέσκει εις τους επισκεπτόμενους το Άστυ ημών ξένους είναι ότι δεν έχει προάστια. Πριν εισέλθη τις εις πάσαν άλλην πρωτεύουσα […] αναγκάζεται να διαβή […] είδος προθαλάμου χρησιμεύοντος εις τοποθέτησιν πάντων όσα θα ασχήμιζον την πόλιν […]. Εκεί ευρίσκονται αι αποθήκαι, τα σιδηρουργεία, τα σφαγεία, τα ζωοστάσια, και όσ’ άλλα αναγκάζονται παρ’ ημίν οι δυστυχείς κάτοικοι της οδού Ηφαίστου, της Πλάκας, της Βάθειας και του Ψυρρή να ανέχωνται περί αυτούς. […]»
■ Σοκαρισμένοι και αμήχανοι, επιχειρούμε, ο καθένας με τα εργαλεία του, να εξηγήσουμε πώς φτάσαμε εδώ – ή και να ορίσουμε τι εννοούμε όταν λέμε «εδώ». Προφανώς η «νόσος» είναι πολυπαραγοντική, δύσκολα βρίσκεται ένα ερμηνευτικό κλειδί για όλα. Και για τον αναίτιο χαμό ενός 15χρονου, και για το γενικευμένο μπάχαλο που ακολούθησε, και για τη στάση του κράτους, της κυβέρνησης, των ΜΜΕ και όλων ημών που παρακολουθούσαμε γοητευμένοι και τρομαγμένοι τις φλόγες να καίνε την βιβλιοθήκη της Νομικής, βιβλιοπωλεία να βανδαλίζονται.
■ Μια υπόθεση εργασίας: Οι σημερινοί νέοι δεν αγαπούν την Αθήνα (ούτε τα μικρότερα κακέκτυπά της, τις επαρχιακές πόλεις). Τη βιώνουν εχθρικά, δυσκολεύονται να ενταχθούν δημιουργικά σε αυτήν, να την κάνουν δική τους.
■ Επίσης: Η χρόνια αδυναμία μας να κάνουμε διαφοροποιήσεις και ιεραρχήσεις, να ορίσουμε ποιοτικές διαβαθμίσεις, μας βυθίζει σε έναν ιδιότυπο πολτό αποχαυνωμένης ευδαιμονίας. Εικόνα μας, η αρχιτεκτονική μας (ή η απουσία της). Η αρχιτεκτονική νοηματοδοτεί την πόλη, οργανώνει σημασιολογικά τη σχέση του δημόσιου με το ιδιωτικό, του ατομικού με το συλλογικό. Το μπάχαλο έλκει το μπάχαλο.
■ Μια δεύτερη υπόθεση εργασίας: Η γενιά της Μεταπολίτευσης, οι σημερινοί πενηντάρηδες, έχουν κάνει παιδιά. Γαλουχημένοι με τα φαντάσματα της Αντίστασης, του γαλλικού Μάη και του Πολυτεχνείου, αισθάνονται περήφανοι για την αγωνιστικότητα των τέκνων τους, ανοχή για την καταστροφική μανία τους.
■ Πρόσφατα, βουλευτής, στα πενήντα και κάτι, ερωτηθείς για τις καταστροφές, απάντησε με αναγωγή στο Μάη: «Και τότε έγιναν καταστροφές, αλλά σήμερα όλοι λέμε ότι αυτό που έγινε ήταν καλό…» Ο ίδιος ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, σε κεντρικό δελτίο, έκανε αναγωγή στους «Αθλίους» του Bικτόρ Ουγκό και προέτρεψε τους συνομιλητές τους να το διαβάσουν για να κατανοήσουν τα σημερινά γεγονότα.
■ Είναι προφανές ότι μια μερίδα της Αριστεράς, αλλά και πολλοί γνωμοδιαμορφωτές, ζουν σε αλλοτινούς καιρούς. Σ’ αυτό το gap, ανάμεσα στην εποχή στην οποία φαντασιακά αναφέρονται και στη σημερινή, κινδυνεύουμε να φάμε τα μούτρα μας.
■ Τέλος: Η συμβολική κατάρρευση όλων των μεγάλων θεσμών (κόμματα, Δικαστικό σώμα, Εκκλησία, Εκπαίδευση) και όλων των αξιών που συνδέονται με αυτούς, είναι το θλιβερό μπακγκράουντ.

Υ.Γ. Η ανάλυση που βλέπει ΠΑΝΤΟΤΕ στη βία τα απόνερα μιας προγενέστερης βίας είναι κατά την άποψή μας ρηχή. Αρκεί μονάχα να έχεις παρατηρήσει μικρά παιδιά στο παιχνίδι τους, να έχεις διαγνώσει την καταστροφική χαρά με την οποία θα τα έκαναν όλα «γυαλιά καρφιά», αν τους περνούσες, έστω ασυνείδητα, το μήνυμα ότι αυτό επιτρέπεται. Μήπως τους έχουμε ήδη περάσει αυτό το μήνυμα; Ή κάτι ακόμη χειρότερο: Ότι μονάχα έτσι θα αποκτήσουν λόγο ύπαρξης.

11/12/2008

Γιάννης Η. Χάρης, "Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη"

Κυκλοφόρησε ο δεύτερος τόμος του εξαιρετικά επιτυχημένου «Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη» του μεταφραστή και επιμελητή κειμένων Γιάννη Ή. Χάρη. Ο Χάρης, γνωστός στους παροικούντες την λογοτεχνική Ιερουσαλήμ από τις θαυμάσιες μεταφράσεις των βιβλίων του Μίλαν Κούντερα –και όχι μόνο, βέβαια–, έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε μαχητικό αρθρογράφο, με θέματα που εφορμούν συνήθως από τη γλώσσα, αλλά καμιά φορά εξακτινίζονται κι εκτός γλωσσικής πεδιάς σε ζητήματα δικαιωμάτων, πολιτισμού, κ.ά. Σε τούτο τον τόμο, δεσπόζουν περισσότερο θεωρητικά ζητήματα, όπως η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών, το ζήτημα των τόνων και η ιστορία του από τους αρχαίους χρόνους, η εξέλιξη της ιστορικής ορθογραφίας, και γενικότερα προβλήματα που προκαλούν συζητήσεις, συχνά εντονότατες.

Έλενα Μαρούτσου, "Μεταξύ συρμού και αποβάθρας"

Ήταν θέμα χρόνου η Έλενα Μαρούτσου να γράψει ένα βιβλίο σαν και τούτο. Κι αν στα προηγούμενα δύο, τα «Του ύψους και του βάθους» (Αλεξάνδρεια) και «Η προδοσία των ονομάτων» (Αλεξάνδρεια), η ποιητική συναίσθηση της γλώσσας και το παιχνίδισμα με τις έννοιες και τα πράγματα, δεν κατάφερναν να συνενωθούν σε ένα αρκούντως συνεκτικό και δελεαστικό (για την αγορά) σύνολο, κάπου «μεταξύ συρμούς και αποβάθρας» φαίνεται να γίνεται το θαύμα. Ίσως βοηθάει και ο «μπούσουλας» των εξωκειμενικών αναφορών, τόσο από τη μεριά της ποίησης (Τάσος Λειβαδίτης) όσο και από τη μεριά της ζωγραφικής (Ρενέ Μαγκρίτ). Οι δύο αυτοί πόλοι, με τους πίνακες του Μαγκρίτ να εικονοποιούν τις ψυχικές μεταπτώσεις της ηρωίδας ή τις φιλοσοφικές προεκτάσεις των γεγονότων, γίνονται τελικά ο συνεκτικός ιστός που κρατάει όρθιες τις τριακόσιες πενήντα σελίδες του μυθιστορήματος – όσο κι αν το βιωματικό υλικό της Μαρούτσου μοιάζει να αντιστέκεται στον κορσέ του «είδους». Πρωτοπρόσωπη η αφήγηση, βάζει στο κέντρο μια ηρωίδα με αρκετά από τα χαρακτηριστικά της συγγραφέως (ηλικία, σπουδές, κ.λπ). Ερωτικές απογοητεύσεις και υπαρξιακές αγωνίες, βρίσκουν τη δικαίωσή τους στο λογοτεχνικό παιχνίδι, με σύμμαχο τη ζωγραφική του Μαγκρίτ και τη θεωρητική της ανασκευή, αλλά και το «φάντασμα» του ποιητή που στοιχειώνει τις σελίδες.

(Δημοσιεύτηκε στο "Διαβάζω" Δεκεμβρίου)

10/12/2008

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, "Η εφεύρεση της σκιάς"